Θωμάς Αλεξανδρόπουλος

Κτηνίατρος  Υγιεινολόγος

Ινστιτούτο Υγιεινής τροφίμων Αθηνών

Υπουργείου Γεωργίας

 

 

Καλημέρα σε όλους

 

Eυχαριστώ τη ΚΤΗΜΕΛ, για την πρόταση, να παρουσιάσω τη σημερινή εισήγηση. Eύχομαι στην ΚΤΗΜΕΛ ν’ αναπτύσσεται διαρκώς και η προσπάθειά της, να έχει συνέχεια επιτυχίες, βέβαια, το πόσο, θ’ αναπτυχθεί η ΚΤΗΜΕΛ, θα το δείξει η ίδια η ζωή, θα εξαρτηθεί, απ’ την αγορά, και απ’ την ίδια τη ΚΤΗΜΕΛ και τις ανάγκες, που θα μπορέσει, να καλύψει  και εάν τελικά, μπορέσει να καλύψει, αυτές τις ανάγκες, σε πανελλαδικό επίπεδο, τότε ας έχει πανελλαδική εμβέλεια.

Χαιρετίζω, εκ μέρους του Ινστιτούτου υγιεινής τροφίμων του Υπουργείου Γεωργίας, τη πρωτοβουλία, διοργάνωσης της σημερινής ημερίδας και την όλη προσπάθεια, που ανέλαβε η ΚΤΗΜΕΛ.

Στο Ινστιτούτο υγιεινής τροφίμων, συμμεριζόμαστε τις απόψεις της ΚΤΗΜΕΛ και την προσπάθεια αυτή, που γίνεται. Δε βλέπουμε διαχωριστικές γραμμές, μεταξύ των κτηνιάτρων ιδιωτών και των δημοσίων. Ίσα, ίσα με τη σημερινή προσέγγιση του θέματος, θα γίνει φανερό, ότι υπάρχει έντονος προβληματισμός, πάνω στον επανακαθορισμό των ρόλων, των κτηνιάτρων του Δημόσιου και του Ιδιωτικού τομέα στην αγορά και στην ανάπτυξη, νέων δυναμικών σχέσεων μεταξύ τους. Ελπίζουμε ότι αυτές οι δύο συνιστώσες των κτηνιάτρων, υπαλλήλων του δημοσίου και των ιδιωτών κτηνιάτρων, θα οδηγηθούν σε μια κοινή, νέα και δημιουργική συνισταμένη.

Η αναφορά αυτή, θεωρώ, ότι έχει, άμεση σχέση, με το θέμα μας, αφού το μείζον ζήτημα της ασφάλειας των τροφίμων, τεκμηριώνεται από δύο ελεγκτικούς μηχανισμούς, τον επίσημο έλεγχο, αρμοδιότητας του δημοσίου και τον αυτοέλεγχο, αρμοδιότητας του ιδιωτικού τομέα. Πάνω ακριβώς, σ’ αυτό το ζήτημα, διαπλέκονται οι ρόλοι του ιδιώτη και του δημοσίου κτηνιάτρου, και ευελπιστούμε, πως το μέλλον, αυτοί μπορούν να είναι και καθαροί και πολύ δημιουργικοί.

Πριν ανατρέξω, σε τελείως τεχνικά θέματα, που αφορούν, βέβαια στην εθνική και κοινοτική νομοθεσία, θα ήθελα να αναφερθώ σε τρις βασικούς ορισμούς, οι οποίοι μας απασχολούν, σαν υγειονομικούς επιστήμονες και είναι η ραχοκοκαλιά, όλων των προσπαθειών μας. Στη καθημερινή πράξη αντιμετωπίζουμε συνεχώς τους όρους «ποιότητα», «ασφάλεια» και «υγιεινή». Είναι τρεις έννοιες, που εμπλέκονται, εννοιολογικά, η μια με την άλλη και εμπλέκονται, και μέσα από τη δυναμική των συστημάτων διασφάλισης της υγιεινής και της ποιότητας των τροφίμων. Όταν άρχισαν, να εφαρμόζονται, τα συστήματα, ποιότητας ISO 9000, δεν ήταν ακόμα ξεκαθαρισμένη, η έννοια της ασφάλειας των τροφίμων, και εάν αυτή μπορούσε ή έπρεπε να ενσωματωθεί, μέσα σ’ αυτά. Σιγά, σιγά έγινε κατανοητό, ότι το θέμα της ασφάλειας, είναι η ραχοκοκαλιά σ’ όλα τα συστήματα της ποιότητας, πέρα βέβαια από το γεγονός, ότι η εφαρμογή συστημάτων αυτοελέγχου, της υγιεινής και ασφάλειας, στις διαδικασίες παραγωγής των τροφίμων, των γνωστών μας συστημάτων HACCP, είναι πλέον υποχρεωτική, απ’ την εθνική και τη κοινοτική νομοθεσία.

Όσον αφορά στην «υγιεινή», που είναι το πλαίσιο των μέτρων, που εξασφαλίζει την ασφάλεια των τροφίμων, υπάρχει ένα πλαίσιο νομοθετικών μέτρων ή διατάξεων κοινοτικών ή εθνικών, που με τoν έλεγχο της εφαρμογή τους, ασχολείται ο δημόσιος κτηνίατρος, παράλληλα υπάρχουν διάφορες διαδικασίες, που αφορούν στην εφαρμογή του παραπάνω πλαισίου, όπως οι κανόνες ορθής υγιεινής πρακτικής, συστήματα αυτοελέγχου, κλπ, στην εφαρμογή των οποίων εμπλέκονται, οι ιδιώτες κτηνίατροι ή οι κανόνες ορθής βιομηχανικής πρακτικής στην εφαρμογή των οποίων, μπορούν και πρέπει να συμμετέχουν κτηνίατροι, στελέχη των βιομηχανιών τροφίμων. 

Όσον αφορά στη «ποιότητα» πρέπει να δούμε, τους συντελεστές που προσδιορίζουν τελικά την ποιότητα και να τονίσουμε, αυτό, που είπαμε και πριν, ότι

1.     η ασφάλεια των τροφίμων, είναι ο βασικός συντελεστής ποιότητας για το τρόφιμο και ακολουθούν

2.     τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά (γεύση, οσμή, χρώμα, μέγεθος, σχήμα, υφή)

3.     θρεπτική αξία

4.     ικανοποίηση νομοθεσίας

5.     διατηρησιμότητα

6.     συσκευασία

7.     τιμή

8.     διαθεσιμότητα

βέβαια ένα τρόφιμο θεωρείται ποιοτικό, όταν πληροί, τους οκτώ αυτούς συντελεστές, οι οποίοι αλληλεξαρτώνται μεταξύ τους. Για παράδειγμα, η τιμή είναι παρά πολλή βασική παράμετρος, μπορεί, συνεχώς εμείς οι επιστήμονες, να προτρέπουμε, την αγορά να επενδύει στη ποιότητα και την ασφάλεια με το επιχείρημα, της απόσβεσης του κόστους, από την ανταγωνιστικότητα και την υπεροχή του προϊόντος στην αγορά, όμως πολλές φορές ένα προϊόν, ανεξάρτητα από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του, αν δεν έχει ανταγωνιστική τιμή, δε μπορεί να περπατήσει στην αγορά. Υπάρχουν λοιπόν, πολλά και αντιφατικά προβλήματα, που πολλές φορές, η αγορά τα λύνει, πέρα και αντίθετα, από τις προσδοκίες μας.

Εμείς οι κτηνίατροι με τις παρεμβάσεις μας, που έτσι ή αλλιώς είναι πολύ σημαντικές, στην αγορά, πρέπει να συμβάλλουμε, ώστε να κατανοήσει ο καταναλωτής, τι ακριβώς σημαίνει διασφάλιση της υγιεινής και της ποιότητας του τροφίμου και ότι τελικά ένα ποιοτικό τρόφιμο, πέρα από την, πιθανά, αυξημένη τιμή του, και τη προφανή χρησιμότητα, που έχει ως τρόφιμο, η κατανάλωση του, προσφέρει και μεγάλα ανταποδοτικά οφέλη, για την υγεία τη δική του και της οικογενειάς του, μη ξεχνάμε βέβαια και το σημαντικό ρόλο, που παίζει η διαφήμιση στη κατανάλωση των τροφίμων.

Το σημαντικό, που διαφοροποιεί τους κτηνιάτρους, ως υγειονομικούς επιστήμονες σε σχέση, με επιστήμονες άλλων επιστημονικών κλάδων που ασχολούνται, με τον έλεγχο των τροφίμων, είναι, ότι ο κτηνίατρος, μέσα από τις βασικές του σπουδές, μπορεί να αναλάβει και να διασφαλίσει τον ενιαίο έλεγχο, που απαιτείται για την αξιόπιστη λειτουργία των συστημάτων υγιεινής και ασφάλειας για το τρόφιμο. Τον ενιαίο έλεγχος ο οποίος, να  ξεκινά, από τα κτηνιατρικά φάρμακα και τις ζωοτροφές και φτάνει στο τραπέζι του καταναλωτή.

Ο παραδοσιακός τρόπος ελέγχου, ο οποίος γινόταν μέχρι την προηγούμενη δεκαετία, αφορούσε στο, να ελέγχονται, τελικά δείγματα τροφίμων και αν τυχαία βρίσκονταν, κάποιες αποκλίσεις από τον κανόνα, τότε λαμβάνονταν, κάποια  διορθωτικά μέτρα, χωρίς όμως να προβλέπεται κανένα προληπτικό μέτρο.

Τα σύγχρονα συστήματα, ξεκίνησαν με την εφαρμογή συστημάτων αυτοελέγχου-HACCP στη βιομηχανία. Με αυτό τον τρόπο, ο έλεγχος γινόταν, μέσα από αυτά τα συστήματα αυτοελέγχου, ενώ ταυτόχρονα ελεγχόταν και η επάρκεια των ίδιων των συστημάτων, έτσι όμως το προϊόν, διασφαλιζόταν μόνο, από το επίπεδο της μεταποίησης και μετά.

Σήμερα, στα ολοκληρωμένα συστήματα, στον «ενιαίο έλεγχο», που αποτελεί ουσιαστικά τη λύση του προβλήματος, ο έλεγχος και ο αυτοέλεγχος ξεκινά, από το χωράφι και καταλήγει στο πιάτο του καταναλωτή. Έλεγχος και αυτοέλεγχος, που στηρίζεται στη γενική λογική, ότι για κάθε τι, που αποτελεί εύρημα, ο έλεγχος δε σταματά εκεί, αλλά γυρνά, προς τα πίσω, ερευνά στη πηγή του προβλήματος, προσδιορίζει τις αιτίες, και ορίζει τον κανόνα, για την επιλογή και εκτέλεση διορθωτικών ενεργειών, στις διαδικασίες του αυτοελέγχου, με σκοπό, την αποτροπή επανεμφάνισης του προβλήματος. Αυτή η αντίληψη του ενιαίου ελέγχου και αυτοελέγχου, πρέπει να διασφαλιστεί, μέσα απ’ τη πραγματικά προληπτική υγειονομική προσέγγιση του θέματος, και την εφαρμογή ολοκληρωμένων συστημάτων διασφάλισης ποιότητος και όχι μέσα από κατασταλτικές λογικές, κι αυτό είναι ένα στοίχημα, το οποίο πρέπει να κερδηθεί και στο Δημόσιο και στον Ιδιωτικό τομέα.

Οι παρεμβάσεις και οι έλεγχοι, που γίνονται, σύμφωνα με τα κοινοτικά ή τα εθνικά προγράμματα, στο πρωτογενή τομέα και αφορούν στα ζώντα παραγωγικά ζώα, έχουν άμεση σχέση και επίπτωση, στην υγιεινή και τη ποιότητα των τροφίμων. Δημόσιοι και ιδιώτες κτηνίατροι δίνουν καθημερινό αγώνα, για το έλεγχο της υγείας των ζώων και την αντιμετώπιση των ασθενειών, με άμεση ανταπόκριση, αυτής της προσπάθειας, στην ποιότητα και στην ποσότητα των τροφίμων ζωικής προέλευσης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από νωρίς έχει διαπιστώσει, ότι για να προχωρήσει το σύστημα του ελέγχου απαιτείται, κάθε χώρα πρέπει, να έχει στη διάθεσή της, επαρκές επιστημονικό δυναμικό, ενώ με την οδηγία 93/99 καθόρισε τους επιστημονικούς κλάδους, οι οποίοι ασχολούνται, με τον επίσημο έλεγχο των τροφίμων και κατ’ επέκταση και με τις διαδικασίες του αυτοελέγχου και καθιστά προφανή το πρωτεύοντα, ρόλο των κτηνιάτρων και της κτηνιατρικής επιστήμης, στις εν λόγω διαδικασίες, αφού οι κλάδοι αυτοί, είναι οι εξής.

·       Κτηνιατρικής

·       Ιατρικής

·       Νομικής

·       Χημικών

Συνεπικουρούμενοι, από τις ειδικεύσεις της

·       Χημείας τροφίμων

·       Μικροβιολογίας τροφίμων

·       Υγιεινής τροφίμων

·       Τεχνολογίας τροφίμων

Ο έλεγχος, στον οποίο αναφερόμαστε περιλαμβάνει, παρά πολλά στάδια, που προβλέπονται, από τις νέες κάθετες οδηγίες ή από τους καινούργιους κανονισμούς, που θα οδηγήσουν στην οριζοντιοποίηση της νομοθεσίας. Έλεγχοι που αφορούν στις εγκαταστάσεις, από τον περιβάλλοντα χώρο μέχρι και τη δειγματοληψία του τελικού προϊόντος. Οι έλεγχοι, βέβαια των συστημάτων αυτοελέγχου HACCP, είναι μόνο μια παράμετρος του προβλήματος, πλήθος άλλων παραμέτρων, προβλέπονται, για εφαρμογή και έλεγχο, είτε από το νομοθετικό πλαίσιο, που υπάρχει, είτε απ’ τους κανόνες ορθής υγιεινής πρακτικής, που στην ουσία αποτελούν κανόνες εφηρμοσμένης υγιεινής.

Με τη νέα προσέγγιση, του επίσημου έλεγχου στο πρωτογενή τομέα και στις εγκαταστάσεις, ο δημόσιος κτηνίατρος είναι επιφορτισμένος, από την κοινοτική και την εθνική νομοθεσία, να ελέγχει, με βάση, τους προβλεπόμενους κανόνες, ενώ κατά παράδοξο τρόπο, είναι αυτός, που ταυτόχρονα, εφαρμόζει, αυτούς τους κανόνες, στα εθνικά και κοινοτικά προγράμματα, η εκτέλεση των οποίων, μέχρι σήμερα, είναι στην ευθύνη του. Στα πλαίσια λοιπόν του διακριτού ρόλου των δημόσιων και των ιδιωτών κτηνιάτρων, πρέπει ο ιδιώτης κτηνίατρος, να αναλάβει, πλέον την εφαρμογή, όλων αυτών των νομοθετικών απαιτήσεων, σε επίπεδο εγκαταστάσεων, και την εκτέλεση, των εθνικών και κοινοτικών προγραμμάτων, με κανόνες συνυπαιτιότητας και συνυπευθυνότητας, ώστε να ικανοποιείται, αφ’ ενός, ο επίσημος έλεγχος, και να υπάρχει πλήρης διάκριση μεταξύ ελεγχομένου και ελεγκτή, αφ’ ετέρου. Νομίζω, ότι αυτό είναι η δικιά μας, πρόταση και συμβολή στη προσπάθεια της ΚΤΗΜΕΛ.

Στον αυτοέλεγχο των εγκαταστάσεων, είναι υποχρέωση της ίδιας της εγκατάστασης, να προβαίνει στους απαραίτητους ελέγχους, ώστε από μόνης της, να διασφαλίζει την ασφάλεια των προϊόντων, που παράγει. Ο δημόσιος κτηνίατρος ελέγχει την επάρκεια και τη λειτουργικότητα, αυτών των συστημάτων αυτοέλεγχου, ενώ ο ιδιώτης κτηνίατρος παρεμβαίνει, στα σύστημα αυτά του αυτοελέγχου, είτε σα σύμβουλος υγιεινής και ποιότητας, έχοντας μια διαρκή σχέση εργασίας, με την εγκατάσταση, είτε συμμετέχοντας στη πολυμερή ομάδα του αυτοέλεγχου HACCP, είτε ασκώντας καθ’ ύλη αρμοδιότητα, στη σύνταξη και εφαρμογή των κανόνων ορθής υγιεινής πρακτικής.

Σε εργαστηριακό επίπεδο, ο επίσημος εργαστηριακός έλεγχος, γίνεται από κρατικά διαπιστευμένα εργαστήρια και ασκείται από τους δημοσίους κτηνιάτρους. Ο εργαστηριακός αυτοέλεγχος, μπορεί να ασκηθεί από ιδιώτη κτηνίατρος μέσα από τον οργανοληπτικό έλεγχο τον έλεγχο της εστίασης και το μικροβιολογικό έλεγχο και γίνεται, από ιδιωτικά εργαστήρια, τα οποία θα είναι ή διαπιστευμένα ή θα έχουν σύστημα GLP.

Η αναγκαιότητα αυτής της νέας διάστασης του ρόλου των ιδιωτών και των δημοσίων κτηνιάτρων, φαίνεται από τα παρακάτω:

1.         Στις τελευταίες κοινοτικές επιθεωρήσεις στον τομέα των αλιευμάτων οι παρατηρήσεις των κοινοτικών, εστιάστηκαν στην αναγκαιότητα, ομοιόμορφης εφαρμογής της νομοθεσίας και στον ενιαίο έλεγχο των εγκαταστάσεων. Υπάρχει, ένα σημαντικότατο πρόβλημα, που αφορά τη διοικητική και οργανωτική δομή της χώρας 53 νομαρχίες, με τις αντίστοιχες κτηνιατρικές υπηρεσίες και 53 διευθυντές κτηνιατρικής αυτόνομοι, που καθοδηγούνται, ανάλογα με τη δυναμική τους ή την αδυναμία τους, από τον κάθε Νομάρχη.

Οι προτροπές λοιπόν των κοινοτικών, είναι, να βρεί το δημόσιο ένα τρόπο επικοινωνίας, μεταξύ της διοικητικής και οργανωτικής δομής των υπηρεσιών του, είτε μέσω επιθεωρήσεων, είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ώστε να μπορέσει, να διασφαλίσει τον ενιαίο και αδιάσπαστο χαρακτήρα, των ελέγχων, σ’ όλη την επικράτεια. Αντίστοιχα και οι ιδιώτες, δεν πρέπει να είναι υποχείρια του Νομάρχη ή των υπαλλήλων του δημοσίου, αλλά να μπορούν μέσα από οργανωτικές δομές, όπως για παράδειγμα είναι η ΚΤΗΜΕΛ, να κάνουν ολοκληρωμένη παρέμβαση, στη κατεύθυνση της εφαρμογής της νομοθεσίας και να εξασφαλίσουν έτσι το ομοιότροπο και το ομοιόμορφο της εφαρμογής της.

2.         Στα συστήματα αυτοελέγχου, πρέπει να τηρούνται πλήρη αρχεία ελέγχου των CCPs των συστημάτων αυτών, κατά συνέπεια, με την υποχρεωτικότητα στην εφαρμογή τους, ανοίγεται μια τεράστια αγορά, για τους επιστήμονες, που ασχολούνται μ’ αυτές τις δραστηριότητες. Η βιομηχανία, ήθελε να κάνει γρήγορα τη δουλειά της, ν’ ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της νομοθεσίας, στο συντομότερο δυνατό διάστημα χωρίς να την ενδιαφέρει η ουσία, δηλαδή αν ένα σύστημα αυτοελέγχου, πληροί τις προδιαγραφές της νομοθεσίας, και αν πραγματικά έχει στηριχτεί, σε εφαρμοσμένη υγιεινή βάση, ώστε να είναι επαρκές. Το αποτέλεσμα ήταν, να έχουμε συστήματα αυτοέλεγχου στα χαρτιά, να έχουμε εγχειρίδια διασφάλισης της ασφάλειας, αλλά τελικά, να μην έχουμε ασφάλεια στο τρόφιμο, αφού τα συστήματα αυτά αποδείχθηκαν λειτουργικά ανεπαρκή στη πράξη.. Ο ρόλος του κτηνιάτρου συμβούλου της βιομηχανίας τροφίμων ή ο ρόλος του κτηνιάτρου, που συμμετέχει στη πολυμερή ομάδα, είναι να επιβάλλει στην πράξη, την λειτουργία αυτών των συστημάτων στην ουσία τους και να επιβεβαιώνει, διαρκώς, τη λειτουργικότητα και την επάρκεια τους με τη σχολαστική τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών και των απαραίτητων αρχείων στα κρίσιμα σημεία ελέγχου (CCPs).

3.         Οι ελεγκτές, πρέπει να διαθέτουν, τη σχετική κατάρτιση για την αξιολόγηση των συστημάτων αυτοέλεγχου, βέβαια αυτό αφορά, πιο πολύ τους δημόσιους, αλλά εγώ το βάζω στη δυναμική αυτού, που είπα πιο πριν, ότι δεν μπορούμε, να είμαστε μπροστά στα νέα προβλήματα, που θέτει η αγορά και η παραγωγή, αν δεν έχουμε ή δε συμμετέχουμε σε συστήματα, διαρκούς εκπαίδευσης και αυτό είναι ευθύνη όλων μας.

4.         Δεν μπορούμε, να προσεγγίζουμε το θέμα αυτό ερασιτεχνικά, χρησιμοποιώντας για λόγους κόστους, οποιαδήποτε εργαστήρια του ιδιωτικού ή του δημόσιου τομέα, για εργαστηριακή επιβεβαίωση, της επάρκειας των συστημάτων αυτοελέγχου, αλλά τα εργαστήρια αυτά πρέπει να διαθέτουν συστήματα ποιότητας και GLP.

 

Για να λειτουργήσουν αξιόπιστα, τα συστήματα αυτοελέγχου, διασφάλισης της ποιότητας και της ασφάλειας στο τρόφιμο, πρέπει βασικά :

1.         Η βιομηχανία να το ενστερνιστεί την ανάγκη εφαρμογής πολιτικής διασφάλισης της ασφάλειας των τροφίμων. Η πολιτική διασφάλισης πρέπει να δηλώνεται και να είναι το πρώτο βήμα του συστήματος, αν ξεκινήσει κανείς με τη λογική «θέλω μέχρι δεκαπέντε του μηνός ένα manual και να το στήσω» δεν πρόκειται, να γίνει τίποτα περισσότερο από την καταρράκωση της αξιοπιστίας της επιστημοσύνης και της αναγκαιότητας των συστημάτων αυτοελέγχου.

2.         Η βιομηχανία να προετοιμαστεί για την εγκατάσταση ενός τέτοιου συστήματος και να γίνει κατανοητό, ότι δε στήνεται ένα σύστημα, αν δεν υπάρξει πρώτα στάδιο προσαρμογής. Παρεμπιπτόντως σημειώνεται, ότι η εφαρμογή των συστημάτων αυτών, επιδοτούνται, από τρίτο κοινοτικό πλαίσιο στήριξης.

3.         Το σύστημα να είναι λειτουργικό και να ικανοποιεί τις ανάγκες της συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας.

4.         Το σύστημα, να υποστηρίζεται, απαραίτητα από ένα σύστημα διαπιστευμένου. εργαστηρίου

5.         Το σύστημα να πιστοποιείται, με βάση κάποιο πρότυπο αναγνωρισμένο από έναν οργανισμό πιστοποίησης(ΟΠΕΓΕΠ, ΕΛΟΤ)

6.         Το σύστημα να ελέγχεται συστηματικά από τις αρμόδιες αρχές.

Η σύνθεση της πολυμερούς ομάδα αυτοέλεγχου (HACCP), με βάση την 94/356/ΕΚ απόφαση της ΕΕ δείχνει, αφ’ ενός την απαραίτητη, διεπιστημονική προσέγγιση των συστημάτων αυτοελέγχου και αφ’ ετέρου, την πρωτεύουσα σημασία της συμμετοχής του κτηνιάτρου, σ’ αυτή.

Απαιτείται:

1.     Ένας ειδικός επιστήμονας, σε θέματα ελέγχου ποιότητας.

Εύκολα αντιλαμβάνεται, κανείς, ο κτηνίατρος, σίγουρα μπορεί να αποδώσει, σε θέματα ελέγχου ποιότητας, αφού μπορεί, εξ’ αντικειμένου, ν’ αξιολογήσει τους βιολογικούς και τους φυσικούς κινδύνους, ενώ σαφώς και γνωρίζει, τη γενική δομή και διάρθρωση της αλυσίδας παραγωγής των τροφίμων.

2.     Ένας ειδικός σε θέματα παραγωγής.

3.     Ένας τεχνικός με γνώση λειτουργίας αλλά και υγιεινής του εξοπλισμού και υλικών.

4.     Ένας επιστήμονας με ειδικές γνώσεις στη μικροβιολογία, υγιεινή και τεχνολογία τροφίμων

Ο κτηνίατρος, σαν υγειονομικός επιστήμονας, σαφώς μπορεί να  παράγει έργο και για τις τρις τελευταίες κατηγορίες ειδικών, αφού οι απαιτήσεις των παραπάνω ειδικεύσεων είναι μέσα στο κατ’ εξοχήν γνωστικό του αντικείμενο. Φαίνεται λοιπόν, ότι ουσιαστικά η συμμετοχή του κτηνίατρου στη πολυμερή ομάδα, ειδικά μάλιστα για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης είναι, πέραν κάθε αμφισβήτησης, απαραίτητη.

Τέλος σημειώνω, ότι η σύσταση της πολυμερούς ομάδας, αφορά σε μονάδες μεγάλης δυναμικότητας  και όχι σε μικρές και  ότι όπως , από την παραπάνω απόφαση προκύπτει, η σύνθεση αυτής της ομάδας είναι ενδεικτική, μπορεί δηλαδή, τις ιδιότητες των ειδικών επιστημόνων, που αναφέρονται, να τις συγκεντρώνει ένα ή δύο άτομα και εάν για λόγους αναγκών, μεγέθους επένδυσης κλπ, πρόκειται, να τις συγκεντρώσει ένα άτομο, λογικά το συμπέρασμα είναι, ότι αυτός, που θα μπορέσει, εύκολα και συνολικά να ανταποκριθεί, στο αιτούμενο έργο, δεν είναι παρά ο κτηνίατρος.