Παγκοσμιοποίηση και ανταγωνισμός

 

Κτηνίατρος και νέο παραγωγικό πρότυπο στην αλυσίδα παραγωγής τροφίμων.

 

Το άνοιγμα των εθνικών οικονομιών στο διεθνές εμπόριο, αλλάζει τους όρους του ανταγωνισμού. O ανταγωνισμός γίνεται οξύτερος και επιβάλλει στους παραγωγικούς τομείς των εθνικών οικονομιών την εμπέδωση χαρακτηριστικών διεθνούς εξειδίκευσης και διαφοροποίησης.

Κατά συνέπεια στις νέες συνθήκες της αγοράς επιβάλλεται η ανάπτυξη πολιτικών ενίσχυσης, των τομέων  της οικονομίας, που θα οδηγήσουν τις εθνικές οικονομίες στην ανάκτηση δεσπόζουσας θέσης στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας, προσδίδοντας τους χαρακτηριστικά διεθνούς εξειδίκευσης.

Βέβαια η ανάπτυξη πολιτικών προσέγγισης της διεθνούς εξειδίκευσης απαιτεί:

1.                                                   Προσδιορισμό των τομέων της οικονομίας στους οποίους η εθνική οικονομία για λόγους ιστορικούς, εθιμικούς, πολιτικούς, γεωγραφικούς ή λόγους φυσικού πλούτου,  και υποδομών, παρουσιάζει αφ’ εαυτής συγκριτικό πλεονέκτημα για τα προϊόντα της, σε σχέση με τον διεθνή ανταγωνισμό.

2.                                                   Ειδίκευση σε τομείς που παρουσιάζουν σημαντικούς δεσμούς και αλληλο-εξαρτήσεις, με τους άλλους τομείς της οικονομίας, υψηλή αύξηση της παραγωγικότητας και υψηλή τέλος, ενσωμάτωση τεχνολογιών αιχμής.

3.                                                   Ελάχιστο κόστος απαιτούμενων διαρθρωτικών αλλαγών, ώστε να μη χαθεί το όποιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, των παραγόμενων προϊόντων, με τη μετακύλιση του κόστους αυτού, στην αξία τους.

4.                                                   Προσδιορισμό της ζήτησης, για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες της κάθε επιλογής, σε βάθος χρόνου και με ανάλογο προσδιορισμό των δυνατοτήτων ικανοποίησης της προσφοράς.

5.                                                   Μελέτη της παραγωγικής βάσης, όσον αφορά στις υποδομές και στην ικανότητα του ανθρώπινου δυναμικού να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της κάθε επιλογής.

Για τη χώρα μας, προκύπτει αβίαστα και είναι χιλιο-ειπωμένο, ότι οι τομείς στους οποίους διαθέτει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και κατά συνέπεια μπορεί να αποκτήσει διεθνή εξειδίκευση είναι :

Ø     Οι μεταφορές και η ναυτιλία,

Ø     Οι υπηρεσίες και ο τουρισμός.

Ø     Η παραγωγή τροφίμων και η εκπόνηση διατροφικών προτύπων (Μεσογειακός τύπος διατροφής).

Τρεις τομείς  της οικονομίας, που είναι προφανές ότι πέρα από τις αλληλο-εξαρτήσεις που υπάρχουν μεταξύ τους, αλληλο-επιδρούν ο ένας του άλλου με τρόπο ευθέως ανάλογο.

(μη ξεχνάμε για παράδειγμα  τον πόλεμο, που εξαπέλυσαν κατά του τουρισμού μας, οι Βόρειο-Ευρωπαίοι εταίροι μας, το περασμένο Απρίλιο με αφορμή τους ελέγχους, που έκαναν τα αρμόδια όργανα της ΕΕ στην αγορά του Ρέντη και αλλού, ώστε την εποχή που οι πολίτες της Ευρώπης προτρέπονταν από τους τουριστικούς πράκτορες, να επιλέξουν τόπο διακοπών, οι εφημερίδες τους καλούσαν στο βαθμό, που πάνε στην Ελλάδα να προμηθευτούν εκ των προτέρων φάρμακα για τις εντερο-λοιμώξεις γιατί δεν υπάρχουν έλεγχοι, στην Ελληνική αγορά που λειτουργεί ασύδοτα κλπ.)

Τρεις τομείς  της οικονομίας, λοιπόν, που είναι προφανές ότι πέρα από τις αλληλο-εξαρτήσεις που προαναφέρθηκαν, έχουν διαποτίσει ιστορικά και ιδεολογικά, το παραγωγικό ιστό της χώρας, και αποτελούν την εναλλακτική προοπτική κάθε  εργαζόμενου και επαγγελματία της.

Φυσικά εκ των τριών αυτών τομέων εκείνος, που αφορά στη παρούσα προσέγγιση και θα μας απασχολήσει εδώ είναι ο τομέας, της παραγωγής και διάθεσης των τροφίμων, αφού οι κτηνίατροι είναι οι επιστήμονες εκείνοι, που μπορούν, να δώσουν πειστικές απαντήσεις, στα πιεστικά ερωτήματα της παραγωγής και της αγοράς των τροφίμων.

Απαντήσεις όμως που θα προκύψουν, αφού πρώτα αναρωτηθούμε:

Αν είναι η αγορά των τροφίμων, έτοιμη να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που επιβάλλει μια τέτοια εξειδίκευση.

Αν ο πρωτογενής τομέας στη χώρα μας, είναι έτοιμος να παράγει ασφαλή προϊόντα και ακόμη περισσότερο αν μπορεί να τα παράγει, με τεκμηριωμένο και πιστοποιημένο τρόπο.

Αν οι επιχειρήσεις μεταποίησης και τυποποίησης των προϊόντων της κτηνοτροφίας μας, οι βιομηχανικές, ή βιοτεχνικές επιχειρήσεις, που παράγουν τρόφιμα ελληνικής προέλευσης ή ετικέτας, και οι επιχειρήσεις πώλησης ή διάθεσης τροφίμων, επιδιώκουν στη πράξη, ότι ο τύπος και κύρια η ουσία του νόμου όπως επίσης και οι απαιτήσεις της κατανάλωσης, επιτάσσουν για τη παραγωγή και διάθεση υγιεινών, ποιοτικών και ασφαλών τροφίμων.

Αν εμπεδώνει ο καταναλωτής, μέσα από τον καταναλωτικό και διαφημιστικό ορυμαγδό, ότι το τρόφιμο είναι είδος βασικής ανάγκης με σημαντικό ρόλο στην υγεία του και όχι καταναλωτικό αγαθό που δικαιούται να το επιλέγει με βάση το κόστος, την εμφάνιση, την ευκολία χρήσης κοκ.

Αν οι υπηρεσίες του δημοσίου είναι έτοιμες και ικανές να αναλάβουν τον ελεγκτικό τους ρόλο και κατ’ επέκταση, να τεκμηριώσουν την αξιοπιστία των λειτουργιών της συγκεκριμένης αγοράς;

Αν είναι έτοιμο το επιστημονικό δυναμικό της χώρας, να καθοδηγήσει αυτήν την αγορά, προς την κατεύθυνση; της ανάκτησης χαρακτηριστικών εξειδίκευσης, και αν έχει τελικά τη κατάλληλη γνώση και τις υποδομές, για να στηρίξει αξιόπιστα μια τέτοια προσπάθεια.

Σκοπός βέβαια αυτής της αναφοράς, δεν είναι να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, όσο προφανής και αβίαστη κι αν είναι η απάντηση, τέθηκαν, όμως για να βοηθήσουν τη ροή της σκέψης μας, σ’ αυτή τη συζήτηση.

 

q                                       Η παγκοσμιοποίηση, όπως συμβατικά συνηθίζουμε να λέμε, δε δημιουργεί ευκαιρίες για βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, μόνο

-μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας, δημιουργώντας οικονομίες κλίμακας και μεγεθύνοντας τις παραγωγικές αλυσίδες,

αλλά και

-μέσα από την εξειδίκευση στην παραγωγή προϊόντων κατ’ εξοχήν ποιοτικών και διαφοροποιημένων, σε σχέση με αυτά του ανταγωνισμού,

σε προϊόντα δηλαδή που είναι «καινοτόμα», σε προϊόντα που:

Ø     ενσωματώνουν έντονα τεχνολογικά χαρακτηριστικά,

Ø     περιβάλλονται και παρέχουν επαρκή πληροφορία,

Ø     και πείθουν για την ποιότητα και την ασφάλεια τους,

Θα μας απασχολήσει εδώ αυτός ακριβώς ο τύπος βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, της ανταγωνιστικότητας, δηλαδή που χρησιμοποιεί σαν κινητήρια δύναμη τη καινοτομία, αφού είναι αυτός ο τύπος βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, που τελικά μας αφορά.

Η  ανταγωνιστικότητα, λοιπόν, που χρησιμοποιεί σαν κινητήρια δύναμη τη καινοτομία βασίζεται,  κύρια, σε δύο παράγοντες, στις μικρές «ευέλικτες και ανταγωνιστικές επιχειρήσεις» και στη «νέα γνώση».

Εξετάζοντας τον πρώτο παράγοντας πρέπει να παρατηρήσουμε ότι οι επιχειρήσεις που αναφέρονται είναι μικροί ευέλικτοι και αποδοτικοί μηχανισμοί της αγοράς, που στην ουσία τους δεν είναι παρά οργανώσεις εκμάθησης αφομοίωσης διάχυσης και χρήσης τεχνολογιών και τεχνολογικών προϊόντων αιχμής.

Είναι επιχειρήσεις που στηρίζονται, στην ανάπτυξη δομών συντονισμού και  στήριξης στο εσωτερικό τους πλαίσιο, ομάδων εργασίας, ατόμων, των οποίων οι γνώσεις και η πρόσβαση τους στη πληροφορία, συνδράμει τη δημιουργικότητα τους και την αποφασιστικότητα τους αφ’ ενός στην εξειδίκευση και υιοθέτηση νέων μεθόδων παραγωγής, και αφ’ ετέρου στην επινόηση και ανάπτυξη νέων καινοτόμων προϊόντων παροχής υπηρεσιών ή εμπορευμάτων, με σημαντικά πλεονεκτήματα, σε σχέση με ανάλογα προϊόντα του ανταγωνισμού.

Ρόλος  λοιπόν αυτών των επιχειρήσεων, είναι η δημιουργία και η στήριξη δομών μιας «νέας συλλογικότητας» σε επιχειρηματικό επίπεδο, όπου η εργασία δεν θα διακρίνεται με βάση την χαρακτηρισμό της σαν χειρονακτικής, τεχνικής, ή επιστημονικής, αλλά με όρους ποιότητας και αποδοτικότητας.

Εξετάζοντας το δεύτερο, σημαντικό επίσης παράγοντα, πρέπει να λεχθεί ότι η «νέα γνώση» δεν είναι τίποτα παραπάνω, από τη γνώση, που αποκτούν οι  ομάδες εργασίας, στο περιβάλλον της  «νέας συλλογικότητας» των ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, τη γνώση που αποκτάται και εμπεδώνεται στην ουσία της, από τη πρόσβαση, στη «πληροφορία», την επεξεργασία τη διάχυση και τη διαχείρισή της.

Να σημειωθεί εδώ, ότι ανεξάρτητα από το είδος της επιστημονικής γνώσης, που διαθέτει η κάθε ομάδα και ανεξάρτητα από το επίπεδο αυτής της γνώσης, στο βαθμό που η ομάδα, στερείται πρόσβασης στη πληροφορία ή αδυνατεί να τη χειριστεί και να την αξιοποιήσει, η δράση της δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως «συμβατική», αδύναμη να αντεπεξέλθει σε οποιοδήποτε περιβάλλον ανταγωνισμού.

 

q                                        Η διάχυση της «πληροφορίας», που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, είτε με την σταδιακή κατάρρευση, μηχανισμών, που επέβαλλαν περιοριστικά μέτρα στη διακίνησης της, είτε αντίθετα με την δημιουργία και την ανάπτυξη μηχανισμών διασποράς της, αποτέλεσε  πραγματική επανάσταση για την ανθρωπότητα.

Μια επανάσταση, που βέβαια, δεν έχει να κάνει τόσο, με τα νέα και εντυπωσιακά τεχνολογικά επιτεύγματα, όσο με το γεγονός, ότι η αποσπασματικά συσσωρευμένη γνώση και πληροφορία, έγινε ενιαία και δυνητικά, αμφίδρομα προσπελάσιμη, από τους πάντες, διογκούμενη διαρκώς, από έναν αέναο κύκλο ανταλλαγής πληροφοριών και γνώσης, διευρύνοντας τα πεδία αλληλοκατανόησης και επηρεάζοντας βαθιά το πολιτισμό την ηθική και την εσωτερική μυθολογία μας.

Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, λοιπόν, όπου όλα φαντάζουν καινοφανή, μιλώντας, για καινοτομία, πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς, να αναφερθεί, σε νέες ιδέες ή νέα επιτεύγματα και νέα προϊόντα, πολύ δύσκολα, αν όχι αδύνατον θα μπορούσε κανείς να πει, ότι ανακάλυψε τον τροχό.

Κατά συνέπεια μιλώντας για καινοτομία στο επίπεδο της παροχής υπηρεσιών ή της παραγωγής προϊόντων, στην ουσία, αναφερόμαστε, στην ενσωμάτωση νέων μεθοδολογιών στη διαδικασία παροχής υπηρεσιών ή στη διαδικασία της παραγωγής, και στην ενσωμάτωση νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων, σ’ αυτήν, με σκοπό, να προσαρτηθούν στο παραγόμενο προϊόν ή την υπηρεσία, διαφοροποιημένα ποιοτικά χαρακτηριστικά αλλά και κατάλληλος πληροφοριακός εξοπλισμός, ώστε στην οποιαδήποτε αξιολογική κρίση, να τεκμηριώνεται, η όποια θεμιτή και θετική αιτίαση ή να αποκρούεται αποτελεσματικά η όποια αθέμιτη και αρνητική με τελικό στόχο, να εμπεδώνεται καταναλωτική εμπιστοσύνη και να τονώνεται η ζήτηση.

 

q                                        Προσεγγίζοντας τους παράγοντες που επηρεάζουν την  καταναλωτική εμπιστοσύνη, δεν θα γίνει αναφορά σε αίτια που αφορούν στην οικονομία ή την πολιτική, αλλά σε αυτά που αφορούν στη Δημόσια υγεία. Είναι γνωστό ότι μια από τις μεγαλύτερες δαπάνες των νοικοκυριών είναι οι δαπάνες για την εξασφάλιση της υγείας τους, προφανές λοιπόν είναι ότι η ανασφάλεια, σε ζητήματα δημόσιας υγείας, οδηγεί σε αποταμιευτικές τάσεις για «ώρα ανάγκης» και σε αναβολή ή περιορισμό της ικανοποίησης άλλων βασικών ή καταναλωτικών αναγκών.

Παράλληλα, η υγιεινή και η ασφάλεια των κτηνοτροφικών προϊόντων και των τροφίμων γενικά, είναι ζητήματα που με τη σειρά τους επηρεάζουν άμεσα και καθοριστικά την καταναλωτική πίστη. Αυτονόητο βέβαια, αφού είναι ζητήματα, άρρηκτα συνδεδεμένα με τη δημόσια υγεία, που απασχολούν τα τελευταία χρόνια τις ανεπτυγμένες κοινωνίες, της καταναλωτικής “ευημερίας” ενώ είναι προφανές ότι θα παραμένουν πάντα στην επικαιρότητα, αφού αποτελούν μείζονα προβλήματα δημόσιας υγείας, αγγίζουν προσωπικά τον καθένα, και ωθούν τις οργανώσεις των καταναλωτών να δραστηριοποιούνται, καθημερινά, στη διεκδίκηση της ουσιαστικής κατοχύρωσης του δικαιώματος των καταναλωτών, για τρόφιμα υγιεινά και ασφαλή.

Κλείνοντας αυτή τη παρένθεση στη δημόσια υγεία πρέπει να σημειωθεί, ότι η εμπέδωση αισθήματος ασφαλείας, σε ζητήματα δημόσιας υγείας, όσο προφανές είναι, ότι εξαρτάται από τη δράση των υπηρετών  της ιατρικής επιστήμης, άλλο τόσο προφανές είναι, ότι για να είναι αυτοί αποτελεσματικοί στο έργο τους δεν μπορεί παρά να συνεπικουρούνται από τους λοιπούς επιστήμονες υγείας, όπως οι κτηνίατροι, που οφείλουν να ελέγχουν τόσο το παθολογικό υπόστρωμα της συγκατοίκησης, με τα ζώα, είτε αυτά είναι ζώα συνοδείας, είτε είναι ζώα παραγωγικά, όσο και αυτό, της αλυσίδας παραγωγής των τροφίμων.

q                                        Οι διατροφικές κρίσεις, τέλος των τελευταίων χρόνων έχουν αποδείξει ακόμα, ότι σε πρακτικό επίπεδο, η αναζήτηση και εφαρμογή καινοτόμων ιδεών, στο περιορισμένο πλαίσιο μιας βιομηχανικής μονάδας παραγωγής τροφίμων και η παραγωγή προϊόντων, με συγκριτικά πλεονεκτήματα, δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στη διαρκή βελτίωση του επιπέδου της ανταγωνιστικότητας, ή τουλάχιστον της σταθεροποίησης του, σε βάθος χρόνου, ενώ αδυνατεί από μόνο του, να θωρακίσει τη βιομηχανία τροφίμων από τις κάθε λογής επιθέσεις.

 

Στα πλαίσια αυτά ο κτηνίατρος καλείται να συμβάλλει στη διαμόρφωση :

 

Ø     αφ’ ενός, ενός «προτύπου» παροχής κτηνιατρικών υπηρεσιών για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και τη τεκμηρίωση αυτής της ίδιας της κτηνιατρικής παροχής υπηρεσιών

και

Ø     αφ’ ετέρου ενός «προτύπου» κτηνιατρικών παρεμβάσεων στην ανάπτυξη της αλυσίδας παραγωγής τροφίμων, που θα στηρίζει,  περιβάλλοντα «νέας συλλογικότητας» και παραγωγής «νέας γνώσης», ώστε ο κτηνίατρος, να αναλάβει τον ρόλο, που του αρμόζει ως επιστήμονα υγείας και παράλληλα να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της αγοράς των τροφίμων.

Με απλά λόγια ο επιστήμονας κτηνίατρος, μέσα από συλλογική επιχειρηματική δράση καλείται :

·       Να εμπεδώσει το γεγονός, ότι ως επιστήμονας υγείας οφείλει να λειτουργεί σαν παράγοντας διαχείρισης και διασφάλισης της δημόσιας υγείας.

·       Να αποδεχτεί τους κανόνες συνυπευθυνότητας και συνυπαιτιότητας που προϋποθέτει ο παραπάνω ρόλος και να τεκμηριώνει το έργο του.

·       Να προωθήσει και να ενσωματώσει στις δραστηριότητες του, αλλά και στις διαδικασίες της παραγωγής, τεχνολογικών προϊόντων αιχμής.

·       Να δημιουργήσει και να εφαρμόσει προγράμματα διαχείρισης της περίθαλψης

·       Να εγκαθιστά και να επιτηρεί συστήματα αυτοελέγχου, κανόνων ορθής πρακτικής, και  διασφάλισης της ποιότητας και της υγιεινής.

Ενώ ταυτόχρονα καλείται να συμβάλλει στην ανάπτυξη υποδομών και μηχανισμών καθοδήγησης της παραγωγής και της αγοράς των τροφίμων που θα κατατείνουν στη δημιουργία ενός κοινού πλαισίου λειτουργίας της που :

q      θα αντιμετωπίζει το τρόφιμο σαν κοινωνικό αγαθό και είδος πρώτης ανάγκης.

q      θα δομεί γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων φορέων,

q      θα καλλιεργεί περιβάλλον θεμιτών αλληλεξαρτήσεων,

q      θα δημιουργεί περιβάλλον αμοιβαιότητας στη διαχείριση της πληροφορίας και στην παραγωγή και ενσωμάτωση «νέας γνώσης» στη παραγωγική αλυσίδα.

q      θα  κατατείνει τέλος στην εφαρμογή ενιαίων κανόνων ορθής επιχειρηματικής πρακτικής, και τεκμηρίωσης, από το πρωτογενή έως το τριτογενή τομέα της παραγωγής και διάθεσης των τροφίμων, με στόχευση τη συσσώρευση συγκριτικών πλεονεκτημάτων στο τελικό προϊόν, που είναι το τρόφιμο.

Τέλος συνάδελφοι, σας πληροφορώ ότι, οι κτηνίατροι της Νοτιοδυτικής Ελλάδας στην προσπάθεια τους να δώσουν πειστική απάντηση, στα παραπάνω ερωτήματα αλλά και όσον αφορά στην ικανότητά τους να καλύψουν τις ανάγκες της  κοινωνίας και της αγοράς των τροφίμων, σε προϊόντα και υπηρεσίες της αρμοδιότητας τους, προχώρησαν στη δημιουργία της Κτηνιατρικής Μέριμνας Ελλάδος, με σκοπό την υλοποίηση ενός επενδυτικού  σχεδίου δημιουργίας υποδομών, υποστήριξης και τεκμηρίωσης του κτηνιατρικού έργου, σε κάθε τομέα δραστηριοποίησης των επιστημόνων κτηνιάτρων.

Στο πλαίσιο αυτό η ΚΤΗΜΕΛ Α.Ε. επενδύει στη δημιουργία δικτυακών εφαρμογών,

q      για την διαχείριση της περίθαλψης του ζωικού πληθυσμού παραγωγικού και μη καθώς επίσης και του λοιπού κτηνιατρικού έργου.

q      για την ιχνοθέτηση και ανιχνευσιμότητα  της διαδικασίας, παραγωγής διακίνησης εμπορίας και διάθεσης των κτηνιατρικών φαρμάκων των ζωοτροφών, των φαρμακευτικών και των άλλων προσθετικών συμπληρωμάτων τους

q      για την ιχνοθέτηση και ανιχνευσιμότητα  της διαδικασίας, παραγωγής διακίνησης εμπορίας και διάθεσης των κτηνοτροφικών προϊόντων.

q      για την εγκατάσταση και την επιτήρηση συστημάτων αυτοελέγχου στα σημεία διακίνησης εμπορίας και διάθεσης των τροφίμων.

 

Με την ευκαιρία θα παρακαλούσα τους αφελείς που επιδίδονται σε αναίτιες, άδικες και  δυσφημιστικές κρίσεις  για τη εταιρεία μας αλλά και για μένα προσωπικά, να προμηθευτούν το φυλλάδιο  που τύπωσε η ΚΤΗΜΕΛ Α.Ε., με την ευκαιρία του συνεδρίου και ελπίζω, με την προσεκτική ανάγνωση των κειμένων που περιέχονται σ΄ αυτό να κατανοήσουν τι είναι και τι πρεσβεύει η Κτηνιατρική Μέριμνα Ελλάδος.

 

Όσον αφορά σε μένα, πριν αποπειραθούν νέα συκοφαντική επίθεση σε βάρος μου, είμαι στη διάθεση τους, για οποιαδήποτε διευκρίνιση και τους διαβεβαιώ, ότι ο αγώνας μου, για την αναβάθμιση του κτηνιατρικού επαγγέλματος πληρώνεται από ίδιους πόρους, όπως και η δαπάνη της προσφυγής μου στο συμβούλιο επικρατείας κατά της επαγγελματικής ταυτότητας του ΓΕΩΤΕΕ, που φέρει τους κτηνιάτρους να δικαιούνται «ασκήσεως του επαγγέλματος του γεωτεχνικού με ειδικότητα κτηνιατρική», και όχι « του κτηνιάτρου» όπως μέχρι τώρα ξέραμε. Θεωρώ τέλος περίεργη την ολιγωρία των συλλογικών οργάνων του κλάδου μας, γι’ αυτό το ζήτημα, που όχι μόνον δεν αντέδρασαν όταν έπρεπε, αλλά συνεχίζουν να κωφεύουν στην έκκληση για από κοινού αντιμετώπιση του ζητήματος.

 

Γουλιμής Γιάννης

Κτηνίατρος