Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

(Αναδημοσίευση από την Ελευθεροτυπία-Le Monde)

 

Ανάμεσα στον εμπορευματοποιημένο τομέα της οικονομίας και στις δημόσιες επιχειρήσεις και υπηρεσίες υπάρχει ένας ευρύτατος  τομέας, ο οποίος είναι γνωστός με το όνομα κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία: περιλαμβάνει χιλιάδες μη κερδοσκοπικές οργανώσεις (οργανώσεις, συνεταιρισμοί, ταμεία αλληλ-ασφάλισης  και ιδρύματα).  Αντιπροσωπεύουν το 10% της συνολικής απασχόλησης στην Ευρώπη.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχουν επιχειρηθεί καινοτόμα πειράματα, τα οποία, εάν είχαν αναδειχθεί καλύτερα από τους ενδιαφερόμενους, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σχολή.  Όμως, αυτός ο τομέας αρχίζει να διεκδικεί τη ρήξη με τα φιλελεύθερα δόγματα: μπορεί κανείς να ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες χωρίς να κινείται  μόνο από τη λογική του κέρδους.

Θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι η κοινωνική υπευθυνότητα σταματάει στις πόρτες της οικονομίας.  Υποτίθεται ότι το να μπεις σε μια τράπεζα για να καταθέσεις τα χρήματά σου ή σε ένα μαγαζί για να κάνεις τα ψώνια σου ισοδυναμεί με την είσοδο σε έναν κόσμο που διέπεται από μια λογική που δεν επιδέχεται καμία συζήτηση.

 

Αποταμίευση

 

Ωστόσο πολλοί πολίτες αρνούνται να θεωρήσουν την οικονομία ένα χωριστό κόσμο, στον οποίο οι κανόνες του παιχνιδιού θα έπρεπε να είναι αμετάβλητοι και οι συμπεριφορές υποχρεωτικές.  Επιθυμούν να εκφράσουν την κοινωνική του υπευθυνότητα μέσα από τις οικονομικές πράξεις τους που σχετίζονται με την παραγωγή,  την κατανάλωση, την αποταμίευση και την επένδυση. Οι πιο στρατευμένοι από αυτούς εκφράζουν ήδη αυτές τις απόψεις μέσα από την οικονομική συμπεριφορά τους.

Έτσι, στη Γαλλία, περίπου 30.000 αποταμιευτές έχουν στραφεί στα «αλληλέγγυα χρηματοοικονομικά  ιδρύματα» και έχουν τοποθετήσει κάποια χρήματα σε κάποιο από τα χρηματοοικονομικά  προϊόντα που έχουν πιστοποιηθεί από την οργάνωση Finansol  Αυτοί οι καταθέτες έχουν ενισχύσει τις αλληλέγγυες επιχειρήσεις με κεφάλαια ύψους 300 εκατομμυρίων ευρώ περίπου.  Έτσι, έγινε δυνατόν να ιδρυθούν το 2001 περισσότερες από 6.000 εταιρείες και να δημιουργηθούν 12.000 θέσεις εργασίας. Έγινε δυνατόν να στεγαστούν 3.000 οικογένειες που βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση.  Προώθησαν επίσης στη συνοικία τους ή στο χωρίό τους τις δυναμικές της τοπικής ανάπτυξης.  Υποστήριξαν, τέλος συγκεκριμένα εγχειρήματα της αειφόρου ανάπτυξης, βοηθώντας τους επιχειρηματίες να αλλάξουν τις μεθόδους παραγωγής τους και να περάσουν, για παράδειγμα, στη βιολογική γεωργία ή σε λιγότερο ενεργοβόρες μεθόδους.

Ορισμένοι ιδιώτες επενδυτές αρχίζουν επίσης να λαμβάνουν υπόψη ορισμένα περιβαλλοντικά ή κοινωνικά κριτήρια κατά την επιλογή των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο επιχειρήσεων που θα ενταχθούν στο επενδυτικό χαρτοφυλάκιό τους.  Αυτό το κίνημα, το οποίο είναι πρόσφατο στη Γαλλία και παλαιότερο στις αγγλοσαξονικές χώρες, εκφράζεται  μέσα από την επιτυχία των ηθικών αμοιβαίων κεφαλαίων.  Βέβαια, υπάρχουν ερωτηματικά για την αξιοπιστία των μεθόδων αξιολόγησης και βαθμολογίας των επιχειρήσεων, δεδομένου ότι αυτές οι μέθοδοι αποτελούν το ουσιαστικότερο χαρακτηριστικό αυτών των χρηματοοικονομικών προϊόντων. 

Ωστόσο, το σημαντικότερο σε αυτή την περίπτωση είναι το γεγονός ότι υπάρχει ένας νέος τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη χρησιμοποίηση των χρημάτων τους.

Ταυτόχρονα, οι καταναλωτές ενδιαφέρονται για την κοινωνική και την περιβαλλοντική αξία των προϊόντων που τους προτείνονται, τόσο από τις μεγάλες όσο και τις μικρότερες επιχειρήσεις του λιανικού εμπορίου  Αυτή η αξία δεν είναι πάντοτε εμφανή και για να έχουν τη δυνατότητα επιλογής οι στρατευμένοι καταναλωτές τα προϊόντα με υψηλή κοινωνική και ή περιβαλλοντική αξία πρέπει να φέρουν ειδικό σήμα και να υπάρχει η δυνατότητα «ιχνηλασιμότητάς τους».  Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση των βιολογικών προϊόντων και των προϊόντων στα οποία ο τόπος προέλευσης έχει μεγάλη σημασία..

Πιο μακροπρόθεσμα, το ίδιο ισχύει για τα αγροτικά προϊόντα και τα προϊόντα της χειροτεχνίας που διακινούνται μέσω του «δίκαιου εμπορίου» ή των βιομηχανικών προϊόντων του ηθικού εμπορίου.  Στην περίπτωση του ηθικού εμπορίου, η ομάδα «Ηθική στην ετικέτα» οργανώνει αλυσίδες οργανώσεων και συνδικάτων, οι οποίες παρακολουθούν τα προϊόντα από τον ασιάτη υπεργολάβο έως την υπεραγορά που βρίσκεται στα περίχωρα των πόλεων.

Αυτοί οι πρωτοπόροι έχουν ανοίξει νέους δρόμους, έχουν πειραματιστεί με νέες μεθόδους, με νέα κυκλώματα διανομής και με νέα οικονομικά και χρηματοοικονομικά προϊόντα.  Στην πράξη, σε όλες τις περιοχές του κόσμου, διαθέτουμε σήμερα πειστικά στοιχεία που μας επιτρέπουν να εξετάσουμε το ενδεχόμενο να δοθεί μια νέα διάσταση σε ορισμένες εναλλακτικές λύσεις, έξω από τα κλασικά οικονομικά κυκλώματα. 

Ορισμένα νέα κίνητρα που αποδεικνύουν το ενδιαφέρον του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκηση γι’ αυτό το νέο τρόπο αντιμετώπισης των οικονομικών πράξεων αποτελούν έναν παράγοντα που ευνοεί την αλλαγή κλίμακας.  Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν η εμφάνιση περιβαλλοντικών και κοινωνικών κριτηρίων στις προκηρύξεις διαγωνισμών του γαλλικού Δημοσίου, (νέος Κώδικας Συμβάσεων του Δημοσίου, ο οποίος υιοθετήθηκε το Μάρτιο του 2001), η αναγνώριση της έννοιας της αλληλέγγυας επιχείρησης (νόμος για την αποταμίευση των μισθωτών, του Σεπτεμβρίου του 2000), η καθιέρωση της υποχρέωσης των επιχειρήσεων να συντάσσουν έναν ετήσιο κοινωνικό και περιβαλλοντικό απολογισμό (νόμος για τον οικονομικό εκσυγχρονισμό του Ιανουαρίου του 2002) η έκπτωση φόρου 25% για τις συμμετοχές των φορολογουμένων σε αλληλέγγυες επιχειρήσεις (Νόμος για τον Προϋπολογισμό του 2002)

 

Τρία τα μέτωπα

 

Υπήρξε μια εποχή πειραματισμού, τώρα έχει φτάσει η στιγμή της ευρύτερης διάδοσης  αυτών των προτάσεων.  Από τη δεκαετία του 1970, όταν άρχισε να εξαντλείται ο δυναμισμός της «λαμπρής τριακονταετίας» της μεγάλης μεταπολεμικής οικονομικής ανάπτυξης και όταν το οικονομικό μοντέλο άρχισε να εμφανίζει δυσλειτουργίες, άνοιξαν πολλά μέτωπα μέσα στο οικονομικό πεδίο: το μέτωπο της αλληλέγγυας οικονομίας (επικεντρωμένο κυρίως στην επανένταξη ατόμων που αντιμετώπιζαν δυσκολίες), το μέτωπο της τοπικής ανάπτυξης (επικεντρωμένο στη δημιουργία οικονομικών δραστηριοτήτων και τοπικών κυκλωμάτων, ιδιαίτερα σε μειονεκτικές περιοχές τις οποίες οι επενδυτές και οι επιχειρηματίες έχουν την τάση να αποφεύγουν) και τέλος, το μέτωπο της αειφόρου ανάπτυξης (επικεντρωμένο στη μετάβαση σε τρόπου κατανάλωσης και παραγωγής, οι οποίοι να σέβονται τους φυσικούς πόρους).

Ύστερα από τρεις δεκαετίες πειραματισμού, βρισκόμαστε σήμερα αντιμέτωποι με ένα νομικό διοικητικό και φορολογικό αλαλούμ, το οποίο οφείλεται σε αποφάσεις που έχουν ληφθεί ευκαιριακά, κάτω από πιέσεις ή λόγω διάστασης απόψεων.

Αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να ξεπεραστεί εάν οι επιχειρηματίες, ο νομοθέτης και οι δημόσιες αρχές επιθυμούσαν, από κοινού, να νομιμοποιήσουν αυτές τις νέες οικονομικές προσεγγίσεις και να υποστηρίξουν την αλλαγή κλίμακας της εφαρμογής τους.  Αυτό θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο αυτών των τομέων και δημιουργώντας απλά νομικά, διοικητικά και χρηματοοικονομικά εργαλεία, τα οποία θα είναι κοινά για όλους τους τομείς.  Καθώς πρόκειται για την οικονομία, το πρώτο βήμα θα είναι να οριστεί η κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση: θα πρόκειται για την επιχείρηση η οποία, εκτός από την κλασική οικονομική λειτουργία της, ενδιαφέρεται να δημιουργήσει θετικές «εξωτερικές»συνέπειες των δραστηριοτήτων της. 

Σε καθένα από του τομείς που θα επιλεγούν, ο ορισμός της κοινωνικά υπεύθυνης επιχείρησης θα μπορεί να στηρίζεται στα διδάγματα των εμπειριών που έχουν προηγηθεί, ενώ ταυτόχρονα θα εμπνέεται από ένα κοινωνικό όραμα: Στον τομέα της αλληλέγγυας οικονομίας, η κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση θα συμβάλλει στην επανένταξη των μειονεκτούντων ατόμων μέσα από την προσφορά θέσεων εργασίας, στέγης ή κοινωνικών υπηρεσιών (βλέπε τον ορισμό του «μειονεκτούντος ατόμου» στον νόμο για τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον ορισμό της «αλληλέγγυας επιχείρησης» στο νόμο για την αποταμίευση των μισθωτών»).

 

Συλλογικότητα


Στον τομέα της τοπικής ανάπτυξης, η κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση θα συμβάλλει στη δημιουργία οικονομικής δραστηριότητας σε φθίνουσες περιοχές (και είναι εύκολο να καθοριστούν ορισμένα κριτήριο και να οριστούν αυτές οι ζώνες στο χάρτη)…  Στον τομέα της αειφόρου ανάπτυξης, η κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση θα καθοριστεί από ένα σχέδιο για την αλλαγή του συστήματος παραγωγής, το οποίο θα αποσκοπεί στη μείωση των αρνητικών συνεπειών όπου έχουν οι δραστηριότητες της επιχείρησης στο περιβάλλον και στην προώθηση των θετικών επιπτώσεων αυτών των δραστηριοτήτων στο περιβάλλον.  Αυτό το σχέδιο υλοποιείται συνήθως με ένα πρόγραμμα επενδύσεων (κατάρτιση των ανθρώπινων πόρων, εξέλιξη του εξοπλισμού).  Σε αυτές τις τρεις ομάδες κοινωνικά υπεύθυνων επιχειρήσεων μπορούν να προστεθούν οι συνεταιριστικές εταιρείες που προωθούν το συλλογικό συμφέρον (SCIC).  Αυτό θα επέτρεπε να ληφθούν υπόψη οι επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας που ενδιαφέρονται για τις εξωτερικές συνέπειες των δραστηριοτήτων των τους.  Πρέπει παρεμπιπτόντως να παρατηρήσουμε ότι –εκτός από τις οι επιχειρήσεις που ορίζονται με αυτό τον χαρακτηρισμό είναι κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις μονάχα κατά το χρονικό διάστημα που εξασφαλίζουν την κοινωνική επανένταξη αυτών των ατόμων , που εγκαθίστανται σε μειονεκτικές περιοχές ή που πραγματοποιούν μετατροπές για να αποκτήσουν ένα θετικό περιβαλλοντικό ισοζύγιο.

Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα δημιουργίας ενός άκαμπτου τομέα, αλλά παρότρυνσης των επιχειρήσεων και –μέσω αυτών- της οικονομίας να δημιουργούν συλλογικό συμφέρον δηλαδή κοινωνική πρόοδο., ενδεδειγμένη χωροθέτηση και αειφόρο διαχείριση της κοινής κληρονομιάς μας.

Αν οριστεί τι είναι η «κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση», γίνεται δυνατόν να βοηθηθεί η δημιουργία και η ανάπτυξή της.  Προκύπτει λοιπόν η αναγκαιότατα του προβληματισμού για το ποιες θα είναι οι δημόσιες πολιτικές, καθώς επίσης και για το πως θα εξασφαλιστεί η ενεργός συμμετοχή των πολιτών σε αυτές τις νέες μορφές της οικονομίας,  Ο καταναλωτής πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίσει τα προϊόντα αυτών των επιχειρήσεων.  Οι αποταμιευτές-επενδυτές πρέπει να μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση στα χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα οποία θα αντλούν πόρους και θα τους κατευθύνουν προς τις υπεύθυνες επιχειρήσεις. 

Τέλος, σε όλο το μήκος της οικονομικές αλυσίδας –η οποία, από την πλευρά της χρηματοδότησης, εκτείνεται από τον αποταμιευτή ως τον επιχειρηματία και, από την πλευρά του σχεδιασμού, από την ιδέα για μια οικονομική δραστηριότητα ως τη δημιουργία μιας επιχείρησης- συμμετέχει ένα πλήθος φορέων, αναλαμβάνοντας καθήκοντα υποστήριξης ή διαμεσολάβησης.  Διαδραματίζουν Δε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη αυτών των κοινωνικά υπεύθυνων οικονομιών.  Συνεπώς , πρέπει και αυτοί να ενθαρρυνθούν.  Μέσα σε αυτή την προοπτική, η φορολογική μεταρρύθμιση αποκτά νέα διάσταση, δηλαδή το καθήκον να λαμβάνει υπόψη τις μορφές άμεσης αλληλεγγύης που δημιουργούνται, καθώς και την ιδιωτική παραγωγή δημόσιων αγαθών.  Για να γίνει κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να γίνει δυνατόν να καθιερωθεί ένα «Έντυπο Αλληλεγγύη»»,, το οποίο θα υποβάλλεται μαζί με τη φορολογική δήλωση και στο οποίο ο πολίτης-φορολογούμενος θα μπορούσε να καταχωρίζει τις δωρεές του προς οργανώσεις, είτε σε κρατικούς φορείς ή σε φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Δεδομένου ότι ο φόρος επιτρέπει στις κρατικές αρχές, αφενός να παράγουν δημόσια αγαθά και, αφετέρου, να υλοποιούν την αλληλεγγύη μέσα από την αναδιανομή του πλούτου, είναι πράγματι λογικό να θεωρούμε τις ενέργειες των πολιτών που έχουν τον ίδιο ακριβώς  στόχο  με εκείνο των αρχών ως ένα φόρο ο οποίος έχει ήδη πληρωθεί σε είδος και μάλιστα χωρίς της μεσολάβηση των κρατικών φορολογικών αρχών.

Βέβαια,, πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου και εξακρίβωσης σε περίπτωση που αυτό είναι αναγκαίο-του κατά πόσον αυτές οι ενέργειες αντιστοιχούν όντως σε εξοικονόμηση δημόσιων δαπανών.   Θα έπρεπε τέλος να καθοριστεί η αναλογία ανάμεσα στις μορφές της άμεσης αλληλεγγύης  και της έμμεσης αλληλεγγύης (οι οποίες διαμεσολαβούνται από τις δημόσιες αρχές), καθώς επίσης και τα όρια αυτών των φορολογικών απαλλαγών, γιατί οι δημόσιες αρχές πρέπει σε κάθε περίπτωση να διαθέτουν τα μέσα για να εκπληρώσουν την αποστολή τους, έστω κι αν οι πολίτες κάνουν περισσότερα απ΄ όσα είναι υποχρεωμένοι.

Παρόμοια εξέλιξη της φορολογίας θα σηματοδοτούσε μια πραγματική θέληση για την οικοδόμηση μιας κοινωνίας η οποία θα στηρίζεται στη ν πρωτοβουλία και στην αλληλεγγύη.  Πρόκειται για δύο αξίες, για δύο λέξεις οι οποίες πολύ άδικα θεωρούνται αντίθετες.

Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτών των κοινωνικά υπεύθυνων οικονομιών δεν θα έπρεπε να οδηγήσει στην εγκατάλειψη της ιδέας του επαναπροσανατολισμού της υπάρχουσας οικονομίας.  Με τις πράξεις τους ως καταναλωτές ή ως μέτοχοι οι πολίτες πρέπει να μεταφέρουν στην καρδιά  όλων των επιχειρήσεων τον προβληματισμό σχετικά με τα κοινωνικά τα περιβαλλοντικά και τα χωροταξικά προβλήματα.


 

Το κίνημα

 

Αυτό το κίνημα υπάρχει και –μέσα από τις οργανώσεις καταναλωτών και μετόχων- οργανώνονται πιέσεις για την προώθηση της κοινωνικής, της περιβαλλοντικής και της χωροταξικής υπευθυνότητας.  Φόρουμ όπως το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ του Πόρτο Αλέγκρε, στα οποία συναντώνται μεταξύ άλλων όσοι προωθούν την κοινωνική στράτευση των πολιτών μέσα στην οικονομία, αποδεικνύουν τον πλούτο των εμπειριών των μεν και των Δε.

Μέσα σε αυτές τις διαφορετικές μορφές της κοινωνικά υπεύθυνης οικονομίας δεν υπάρχουν προηγμένες και καθυστερημένες χώρες, αλλά μια τεράστια ποικιλία τρόπων ανταπόκρισης σε συνθήκες που χαρακτηρίζονται από τεράστιες διαφορές.  Εξάλλου, πολύ συχνά, οι εμπνευστές των οικονομικών πειραμάτων που πραγματοποιούνται στο Βορρά άντλησαν την έμπνευσή τους από το Νότο.

Η παγκοσμιοποίηση αυτών των οικονομιών περνάει μέσα από δύο ομάδες πρωτοβουλιών: Καταρχάς, τις ανταλλαγές πληροφοριών ανάμεσα στους άμεσους φορείς της κοινωνικά υπεύθυνης οικονομίας σχετικά με τις πρακτικές και τις τοπικές και αποκεντρωμένες εμπειρίες.  Υπάρχουν πολλά δίκτυα στο Ίντερνετ και οργανώνονται σεμινάρια.  Ορισμένοι θεσμοί, όπως το Ίδρυμα Σαρλ Λέοπολντ Μάγερ, συμβάλλουν στην τόνωση των ανταλλαγών ανάμεσα στις περιοχές, τις χώρες και τις ηπείρους.

Στη συνέχεια τη δημιουργία διεθνών οικονομικών, χρηματοοικονομικών και εμπορικών κυκλωμάτων, στα οποία συγκαταλέγονται τα πειράματα του ηθικού εμπορίου.  Απαιτούν τη συγκρότηση αλυσίδων φορέων, οι οποίοι να έχουν τη δυνατότητα να αξιολογήσουν ολόκληρη τη σειρά των οικονομικών πράξεων που πραγματοποιούνται, καθώς και την κοινωνική και την περιβαλλοντική αξίας τους, αλλά και να καταγγέλλουν τις καταχρήσεις.

Ο στόχος αυτών των ασκήσεων είναι πράγματι να γίνει δυνατόν να οριστούν και γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα των ανθρώπων, οι προδιαγραφές και οι όροι που υποχρεώνουν τους οικονομικούς φορείς να γυρίσουν την πλάτη στον τρομερό φαύλο κύκλο της κοινωνικής μειοδοσίας, ο οποίος, όχι μόνο προσβάλλει κάθε υπεύθυνο πολίτη, αλλά και υπονομεύει κάθε αειφόρου οικονομικής ανάπτυξης.

Στο χρηματοοικονομικό τομέα, στο Πόρτο Αλέγκρε προωθήθηκε η ιδέα της δημιουργίας, αν όχι μιας παγκόσμιας αλληλέγγυας τράπεζας, τουλάχιστον ενός «παγκόσμιου αλληλέγγυου τραπεζικού δικτύου».  Στην πράξη, πρόκειται για την επιχείρηση προσέγγισης των τεσσάρων συνιστωσών που υπάρχουν και οι οποίες, από κοινού, μπορούν να αποτελέσουν ένα σύστημα, ένα αλληλέγγυο διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα

 

Βορράς- Νότος

 

Πρέπει δηλαδή να συγκλίνει η συλλογή της αλληλέγγυας αποταμίευσης (η οποία υπάρχει συνήθως στο Βορρά), η μεταφορά αυτών των πιστώσεων στο Νότο, μέσα από αλληλέγγυα χρηματοοικονομικά προϊόντα ή αλληλέγγυες εταιρείες επενδύσεων, η προώθηση της δημιουργίας αλληλέγγυων χρηματοπιστωτικών οργανισμό  στις χώρες του Νότου και, τέλος, η υποστήριξη των τοπικών πειραμάτων «μικρο-χρηματοδότησης» και των «μικρο-επιχειρηματιών».

Σε τελική ανάλυση, στις περιοχές και στις χώρες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκες, τόσο στο Βορρά όσο και στο Νότο, πρέπει να υποστηριχτούν εκείνες οι κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις που είναι οι κληρονόμοι της αλληλέγγυας μορφής της κοινωνικής οικονομίας.

Βέβαια, η συνένωση αυτών των συνιστωσών ή των στενά συγγενικών μορφών τους που έχουν δημιουργηθεί σε διάφορες περιοχές του κόσμου, η δημιουργία κοινών, απλών και συνεκτικών νομικών, διοικητικών και χρηματοοικονομικών εργαλείων και η πρόσδωση μιας διεθνούς διάστασης σε αυτά τα εργαλεία αποτελούν ένα φιλόδοξο σχέδιο.

Ωστόσο, αυτό το σχέδιο είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί από το ισχυρό κίνημα των πολιτών που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια.