Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 2000 για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας, καθώς και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 820/97 του Συμβουλίου.

 

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

ü       τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 37 και το άρθρο 152 παράγραφος 4 στοιχείο β),

ü       την πρόταση της Επιτροπής(1),

ü       τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2),

ü       τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(3),

ü       Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης(4),

 

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 820/97 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1997, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας(5) προβλέπει την καθιέρωση υποχρεωτικού συστήματος επισήμανσης του βοείου κρέατος, το οποίο θα είναι υποχρεωτικό σε όλα τα κράτη μέλη από την 1η Ιανουαρίου 2000. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει επίσης ότι, με βάση πρόταση της Επιτροπής, οι γενικοί κανόνες για το εν λόγω υποχρεωτικό σύστημα πρέπει να θεσπιστούν πριν από την ανωτέρω ημερομηνία.

(2) Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2772/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1999, που προβλέπει τους γενικούς κανόνες ενός υποχρεωτικού συστήματος επισήμανσης του βοείου κρέατος(6) προβλέπει ότι οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται προσωρινά, κατά τη διάρκεια μέγιστης περιόδου οκτώ μηνών, ήτοι από 1ης Ιανουαρίου έως 31 Αυγούστου 2000.

(3) Για λόγους σαφήνειας, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 820/97 θα πρέπει να καταργηθεί και να αντικατασταθεί από τον παρόντα κανονισμό.

(4) Ύστερα από την αστάθεια στην αγορά βοείου κρέατος και προϊόντων με βάση το βόειο κρέας λόγω της κρίσης της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών, η βελτίωση της διαφάνειας των όρων παραγωγής και εμπορίας των εν λόγω προϊόντων, ιδίως του εντοπισμού της προέλευσης, επηρέασε θετικώς την κατανάλωση βοείου κρέατος. Για να διατηρηθεί και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη του καταναλωτή στο βόειο κρέας και να αποφευχθεί η παραπλάνησή του, είναι ανάγκη να αναπτυχθεί το πλαίσιο διάθεσης στους καταναλωτές των πληροφοριακών στοιχείων με κατάλληλη και σαφή επισήμανση του προϊόντος.

(5) Για το σκοπό αυτό, είναι ουσιαστικής σημασίας, αφενός, να θεσπιστεί ένα αποτελεσματικότερο σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών στο στάδιο της παραγωγής και, αφετέρου, να δημιουργηθεί ένα ειδικό σύστημα επισήμανσης στον τομέα του βοείου κρέατος, βασιζόμενο σε αντικειμενικά κριτήρια στο στάδιο της εμπορίας.

(6) Με τις εγγυήσεις που προσφέρει η βελτίωση αυτή, θα ικανοποιηθούν επίσης ορισμένες απαιτήσεις γενικού συμφέροντος, όπως η προστασία της υγείας ανθρώπων και ζώων.

(7) Κατά συνέπεια, θα ενθαρρυνθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στην ποιότητα του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το κρέας, θα διαφυλαχθεί ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας και θα ενισχυθεί η διαρκής σταθερότητα της αγοράς βοείου κρέατος.

(8) Το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς(7) ορίζει ότι τα ζώα που προορίζονται για το ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει, αφενός, να αναγνωρίζονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας και, αφετέρου, να καταγράφονται κατά τρόπο που να επιτρέπει του προσδιορισμό της εκμετάλλευσης, του κέντρου ή του οργανισμού καταγωγής ή διέλευσης και ότι, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, τα συστήματα αυτά αναγνώρισης και καταγραφής πρέπει να επεκταθούν και στη διακίνηση των ζώων στο εσωτερικό κάθε κράτους μέλους.

(9) Το άρθρο 14 της οδηγίας 91/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, για τον καθορισμό των βασικών αρχών σχετικά με την οργάνωση των κτηνιατρικών ελέγχων των ζώων προελεύσεως τρίτων χωρών που εισάγονται στην Κοινότητα και περί τροποποιήσεως των οδηγιών 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ και 90/675/ΕΟΚ(8), ορίζει ότι η αναγνώριση και η καταγραφή των ζώων αυτών που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ πρέπει, εκτός εάν πρόκειται για ζώα που προορίζονται για σφαγή και για εγγεγραμμένα ιπποειδή, να διενεργείται μετά την εκτέλεση των εν λόγω ελέγχων.

(10) Η διαχείριση ορισμένων καθεστώτων κοινοτικών ενισχύσεων στον γεωργικό τομέα απαιτεί την ατομική αναγνώριση ορισμένων ειδών ζώων. Επομένως, τα συστήματα αναγνώρισης και καταγραφής πρέπει να είναι κατάλληλα για την εφαρμογή και τον έλεγχο αυτών των μέτρων ατομικής αναγνώρισης.

(11) Είναι ανάγκη να εξασφαλισθεί η ταχεία και αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών για την ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις θεσπίσθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1468/81 του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1981, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με τη Επιτροπή, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών ή γεωργικών ρυθμίσεων(9) και με την οδηγία 89/608/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 1989, για την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και τη συνεργασία των αρχών αυτών με την Επιτροπή, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της κτηνιατρικής και ζωοτεχνικής νομοθεσίας(10).

(12) Οι ισχύοντες κανόνες για την αναγνώριση και καταγραφή των βοοειδών θεσπίστηκαν με την οδηγία 92/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για την αναγνώριση και καταγραφή των ζώων(11) και με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 820/97. Η πείρα απέδειξε ότι η εφαρμογή της οδηγίας 92/102/ΕΟΚ για τα βοοειδή δεν υπήρξε πλήρως ικανοποιητική και χρειάζεται περαιτέρω βελτίωση. Επομένως, είναι ανάγκη να εκδοθεί κανονισμός ειδικώς για τα βοοειδή, ώστε να ενισχυθούν οι διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.

(13) Για να γίνει αποδεκτή η εισαγωγή βελτιωμένου συστήματος αναγνώρισης, είναι ουσιαστικής σημασίας να μην επιβληθούν στον παραγωγό υπερβολικές γραφειοκρατικές απαιτήσεις. Πρέπει να προβλεφθούν εφικτές προθεσμίες εφαρμογής.

(14) Για τον ταχύ και ακριβή εντοπισμό της προέλευσης των ζώων για λόγους ελέγχου των κοινοτικών καθεστώτων ενισχύσεων, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να δημιουργήσει εθνική ηλεκτρονική βάση δεδομένων στην οποία θα καταγράφονται η ταυτότητα του ζώου, όλsς οι εκμεταλλεύσεις που ευρίσκονται στην επικράτειά του και οι μετακινήσεις ζώων, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 97/12/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1997, για την τροποποίηση και την ενημέρωση της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ περί προβλημάτων νγειονομικού ελέγχου του τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών βοοειδών και χοιροειδών(12), όπου αποσαφηνίζονται οι υγειονομικές απαιτήσεις όσον αφορά την εν λόγω βάση δεδομένων.

(15) Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να λαμβάνει όλα τα μέτρα που είναι ενδεχομένως αναγκαία ώστε η εθνική ηλεκτρονική βάση δεδομένων να είναι σε πλήρη λειτουργία το συντομότερο δυνατόν.

(16) Θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για τη δημιουργία των τεχνικών προϋποθέσεων που εγγυώνται τη βέλτιστη επικοινωνία του παραγωγού με τη βάση δεδομένων και την ευρεία χρήση βάσεων δεδομένων.

(17) Για να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός των μετακινήσεων βοοειδών, θα πρέπει, σε κάθε αυτί των ζώων, να τοποθετείται αναγνωριστικό ενώτιο και να συνοδεύονται, καταρχήν, από διαβατήριο καθ' όλη τη διάρκεια οποιασδήποτε μετακίνησης. Τα χαρακτηριστικά του ενωτίου και του διαβατηρίου θα πρέπει να καθοριστούν σε κοινοτικό επίπεδο. Καταρχήν, θα πρέπει να εκδίδεται διαβατήριο για κάθε ζώο στο οποίο έχει επιτεθεί ενώτιο.

(18) Τα ζώα που εισάγονται από τρίτες χώρες, σύμφωνα με την οδηγία 91/496/ΕΟΚ, θα πρέπει να υπάγονται στις ίδιες απαιτήσεις αναγνώρισης.

(19) Κάθε ζώο θα πρέπει να διατηρεί το ενώτιό του καθ' όλη τη διάρκεια ζωής του.

(20) Η Επιτροπή εξετάζει επί του παρόντος, βάσει εργασιών του Κοινού Κέντρου Ερευνών, τη δυνατότητα χρησιμοποίησης ηλεκτρονικών μέσων για την αναγνώριση των ζώων.

(21) Οι κάτοχοι ζώων, εξαιρουμένων των μεταφορέων, θα πρέπει να τηρούν μητρώο των ζώων που ευρίσκονται στις εκμεταλλεύσεις τους. Τα χαρακτηριστικά του μητρώου αυτού θα πρέπει να καθορισθούν σε κοινοτικό επίπεδο. Η αρμόδια αρχή θα πρέπει να έχει πρόσβαση στα μητρώα αυτά, εφόσον το ζητεί.

(22) Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβαρύνουν ολόκληρο τον τομέα των βοοειδών με το κόστος εφαρμογής των μέτρων αυτών.

(23) Θα πρέπει να ορισθούν η αρχή ή οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή κάθε τίτλου του παρόντος κανονισμού.

(24) Θα πρέπει να θεσπιστεί υποχρεωτικό σύστημα επισήμανσης του βοείου κρέατος το οποίο να είναι υποχρεωτικό σε όλα τα κράτη μέλη. Βάσει του υποχρεωτικού αυτού συστήματος, οι επιχειρηματίες και οι οργανώσεις εμπορίας του βοείου κρέατος θα πρέπει να αναγράφουν στην ετικέτα πληροφορίες που αφορούν το βόειο κρέας, καθώς και τον τόπο σφαγής του ή των ζώων από τα οποία προέρχεται.

(25) Το υποχρεωτικό σύστημα επισήμανσης του βοείου κρέατος θα πρέπει να ενισχυθεί από την 1η Ιανουαρίου 2002. Επιπλέον, στο πλαίσιο του υποχρεωτικού αυτού συστήματος, οι επιχειρηματίες και οι οργανώσεις εμπορίας βοείου κρέατος θα πρέπει να αναγράφουν στην ετικέτα πληροφορίες που αφορούν την καταγωγή, ιδίως τον τόπο γέννησης, πάχυνσης και σφαγής του ή των ζώων από τα οποία προέρχεται το κρέας.

(26) Είναι δυνατό να παρέχονται πληροφορίες συμπληρωματικές προς τις πληροφορίες σχετικά με τον τόπο γέννησης, πάχυνσης και σφαγής του ζώου ή των ζώων από τα οποία προέρχεται το βόειο κρέας στο πλαίσιο του προαιρετικού συστήματος επισήμανσης του βοείου κρέατος.

(27) Το σύστημα υποχρεωτικής επισήμανσης με βάση την καταγωγή θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2002, δεδομένου ότι οι πλήρεις πληροφορίες για τις μετακινήσεις βοοειδών στην Κοινότητα απαιτούνται μόνο για τα ζώα που γεννήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1997.

(28) Το υποχρεωτικό σύστημα επισήμανσης του βοείου κρέατος θα πρέπει να εφαρμόζεται και στο εισαγόμενο στην Κοινότητα βόειο κρέας. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι επιχειρηματίες ή οι οργανώσεις των τρίτων χωρών ενδέχεται να μη διαθέτουν όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για την επισήμανση του βοείου κρέατος που παράγεται στην Κοινότητα. Ως εκ τούτου, είναι ανάγκη να καθοριστούν οι στοιχειώδεις πληροφορίες τις οποίες πρέπει να αναγράφουν οι τρίτες χώρες στην ετικέτα.

(29) Θα πρέπει να προβλεφθούν παρεκκλίσεις που να εξασφαλίζουν έναν στοιχειώδη αριθμό ενδείξεων για τους επιχειρηματίες ή τις οργανώσεις παραγωγής και εμπορίας κιμά βοείου κρέατος, οι οποίοι μπορεί να μην είναι σε θέση να παράσχουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του υποχρεωτικού συστήματος επισήμανσης του βοείου κρέατος.

(30) Στόχος της επισήμανσης είναι να καταστεί όσο το δυνατό περισσότερο διαφανής η εμπορία του βοείου κρέατος.

(31) Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν πρέπει να θίγουν τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων(13).

(32) Είναι αναγκαία επίσης η θέσπιση κοινοτικού πλαισίου επισήμανσης του βοείου κρέατος για να καλυφθούν όλες οι ενδείξεις εκτός εκείνων που απαιτούνται από το υποχρεωτικό σύστημα επισήμανσης και, λόγω των ποικίλων περιγραφών του βοείου κρέατος που διατίθεται στην κοινοτική αγορά, η θέσπιση προαιρετικού συστήματος επισήμανσης είναι η πλέον ενδεδειγμένη. Ένα τέτοιο προαιρετικό σύστημα επισήμανσης είναι αποτελεσματικό λόγω της δυνατότητας προσδιορισμού του ζώου ή των ζώων από το οποίο προέρχεται το επισημασμένο βόειο κρέας. Τα μέτρα επισήμανσης που λαμβάνει ένας επιχειρηματίας ή μια οργάνωση θα πρέπει να αναφέρονται σε συγγραφή υποχρεώσεων που υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή προς έγκριση. Οι επιχειρηματίες και οι οργανώσεις θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα επισήμανσης του βοείου κρέατος μόνον εφόσον η ετικέτα περιλαμβάνει το όνομά τους ή τον αναγνωριστικό τους λογότυπο. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να έχουν δικαίωμα να ανακαλούν την έγκριση οποιασδήποτε συγγραφής υποχρεώσεων σε περίπτωση παρατυπιών. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αναγνώριση των συγγραφών υποχρεώσεων σε ολόκληρη την Κοινότητα, πρέπει να προβλεφθεί ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών.

(33) Οι επιχειρηματίες και οι οργανώσεις που εισάγουν στην Κοινότητα βόειο κρέας από τρίτες χώρες μπορεί επίσης να επιθυμούν την επισήμανση των προϊόντων τους σύμφωνα με το προαιρετικό σύστημα σήμανσης. Θα πρέπει να προβλεφθούν διατάξεις που στοχεύουν στην εξασφάλιση μιας κατά το δυνατό ισοδύναμης αξιοπιστίας των ρυθμίσεων για τη επισήμανση του εισαγόμενου βοείου κρέατος προς εκείνες που διέπουν το κοινοτικό βόειο κρέας.

(34) Η μετάβαση από τις ρυθμίσεις του τίτλου ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 820/97 στις ρυθμίσεις του παρόντος κανονισμού ενδέχεται να δημιουργήσει δυσκολίες οι οποίες δεν προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Για να αντιμετωπισθεί το ενδεχόμενο αυτό, θα πρέπει να επιτραπεί στην Επιτροπή να θεσπίσει τα απαιτούμενα μεταβατικά μέτρα. Θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή, όταν αυτό κρίνεται σκόπιμο, να επιλύει τα ειδικά πρακτικά προβλήματα.

(35) Για να εξασφαλιστεί η αξιοπιστία των μέτρων που προβλέπει ο παρών κανονισμός, πρέπει να υποχρεωθούν τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα ελέγχου. Οι έλεγχοι αυτοί θα πρέπει να διεξάγονται με την επιφύλαξη των ελέγχων που μπορεί να διενεργεί η Επιτροπή κατ' αναλογία του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(14).

(36) Θα πρέπει να προβλεφθούν οι ενδεδειγμένες κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

(37) Θα πρέπει να θεσπισθούν τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για του καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή(15),

 

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ Ι  Αναγνώριση και καταγραφή βοοειδών

 

Άρθρο 1

1. Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει, σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο, σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών.

2. Οι διατάξενς του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των κοινοτικών κανόνων οι οποίοι μπορούν να θεσπισθούν για την εξάλειψη ή την καταπολέμηση νόσων και με την επιφύλαξη της οδηγίας 91/496/ΕΟΚ και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3508/92(16). Ωστόσο, οι διατάξεις της οδηγίας 92/102/ΕΟΚ που αφορούν ειδικά τα βοοειδή δεν εφαρμόζονται πλέον από την ημερομηνία κατά την οποία τα ζώα αυτά πρέπει να αναγνωρίζονται σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο.

Άρθρο 2

Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, νοείται ως:

- "ζώο": βοοειδές, κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ(17),

- "εκμετάλλευση": κάθε εγκατάσταση, κτίσμα ή, στην περίπτωση υπαίθριας εκμετάλλευσης, κάθε τόπος ευρισκόμενος εντός της επικράτειας κράτους μέλους όπου κρατούνται, εκτρέφονται ή διατηρούνται ζώα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό,

- "κάτοχος": κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι, μόνιμα ή προσωρινά, υπεύθυνο για τα ζώα, ακόμα και κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους ή σε αγορά,

- "αρμόδια αρχή": η κεντρική αρχή ή αρχές κράτους μέλους που είναι υπεύθυνες ή επιφορτισμένες με τη διενέργεια των κτηνιατρικών ελέγχων και την εφαρμογή του παρόντος τίτλου ή, για τον έλεγχο των πριμοδοτήσεων, οι αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εκτέλεση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3508/92.

Άρθρο 3

Το σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής βοοειδών περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

α) ενώτια για την ατομική αναγνώριση των ζώων·

β) ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων·

γ) διαβατήρια ζώων·

δ) τήρηση ατομικών μητρώων σε κάθε εκμετάλλευση.

Η Επιτροπή και η αρμόδια αρχή του συγκεκριμένου κράτους μέλους έχουν πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στον παρόντα τίτλο. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι, μεταξύ των οποίων οι αναγνωρισμένες από το κράτος μέλος ενδιαφερόμενες οργανώσεις καταναλωτών, έχουν πρόσβαση στα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται η δυνάμει του εθνικού δικαίου απαιτούμενη εμπιστευτικότητα και προστασία των δεδομένων.

Άρθρο 4

1. Σε όλα τα ζώα μιας εκμετάλλευσης που γεννήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1997 ή που προορίζονται για το ενδοκοινοτικό εμπόριο μετά την ημερομηνία αυτή, επιτίθεται αναγνωριστικό σήμα σε κάθε αυτί, εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή. Τα δύο ενώτια φέρουν τον ίδιο κωδικό αναγνώρισης, βάσει του οποίου μπορεί να αναγνωρισθεί κάθε ζώο ατομικά και να διαπιστωθεί σε ποια εκμετάλλευση γεννήθηκε. Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, τα ζώα που γεννήθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998 και τα οποία προορίζονται μετά την ημερομηνία αυτή για το ενδοκοινοτικό εμπόριο, μπορούν να αναγνωρίζονται έως την 1η Σεπτεμβρίου 1998, σύμφωνα με την οδηγία 92/102/ΕΟΚ.

Κατά παρέκκλτση των ανωτέρω, τα ζώα που γεννήθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998 και τα οποία προορίζονται μετά την ημερομηνία αυτή για το ενδοκοινοτικό εμπόριο με σκοπό την άμεση σφαγή, μπορούν να αναγνωρίζονται, έως την 1η Σεπτεμβρίου 1999, σύμφωνα με την οδηγία 92/102/ΕΟΚ.

Τα βοοειδή που προορίζονται για πολιτιστικές ή αθλητικές εκδηλώσεις (εκτός από πανηγύρεις και εκθέσεις) μπορούν να αναγνωρίζονται όχι με ενώτια αλλά σύμφωνα με σύστημα αναγνώρισης, εγκεκριμένο από την Επιτροπή, το οποίο προσφέρει ισοδύναμες εγγυήσεις.

2. Τα ενώτια τοποθετούνται εντός προθεσμίας που καθορίζει το κράτος μέλος από τη γέννηση του ζώου, και οπωσδήποτε πριν το ζώο εγκαταλείψει την εκμετάλλευση στην οποία γεννήθηκε. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 1999, η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τριάντα ημέρες και τις είκοσι ημέρες μετά την ημερομηνία αυτή.

Πάντως, η Επιτροπή μπορεί, κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφος 2, να καθορίσει τις περιστάσεις κατά τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν τη μέγιστη προθεσμία.

Κανένα ζώο που έχει γεννηθεί μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1997 δεν δύναται να εγκαταλείψει μια εκμετάλλευση εάν δεν έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

3. Σε κάθε ζώο που εισάγεται από τρίτη χώρα, έχει περάσει τους ελέγχους που ορίζονται στην οδηγία 91/496/ΕΟΚ και παραμένει στο κοινοτικό έδαφος, επιτίθεται, στην εκμετάλλευση προορισμού, αναγνωριστικό ενώτιο σύμφωνο με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, εντός προθεσμίας που καθορίζεται από το κράτος μέλος και η οποία δεν υπερβαίνει τις είκοσι ημέρες από τη διενέργεια των προαναφερόμενων ελέγχων και, οπωσδήποτε, πριν εγκαταλείψει την εκμετάλλευση.

Ωστόσο, δεν είναι αναγκαία η επίθεση αναγνωριστικού σημείου στο ζώο, εάν η εκμετάλλευση προορισμού είναι σφαγείο ευρισκόμενο στο κράτος μέλος, στο οποίο διενεργούνται οι έλεγχοι και όπου το ζώο σφάζεται εντός είκοσι ημερών μετά τους ελέγχους αυτούς.

Η αρχική αναγνώριση η οποία έχει διενεργηθεί από την τρίτη χώρα καταγράφεται στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων που προβλέπεται στο άρθρο 5 ή, αν αυτή δεν έχει τεθεί σε πλήρη λειτουργία, στα μητρώα που προβλέπονται στο άρθρο 3, μαζί με τον κωδικό αναγνώρισης που χορηγείται από το κράτος μέλος προορισμού.

4. Κάθε ζώο που προέρχεται από άλλο κράτος μέλος διατηρεί το αρχικό του ενώτιο.

5. Κανένα ενώτιο δεν μπορεί να αφαιρείται ή να αντικαθίσταται χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής.

6. Τα ενώτια χορηγούνται στην εκμετάλλευση, διανέμονται και τοποθετούνται στα ζώα σύμφωνα με διαδικασία που ορίζεται από την αρμόδια αρχή.

7. Το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζουν, βάσει εκθέσεως της Επιτροπής συνοδευόμενης ενδεχομένως από προτάσεις και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 95 της συνθήκης, για τη δυνατότητα χρήσης ηλεκτρονικών μέσων στο πλαίσιο του συστήματος αναγνώρισης, ανάλογα με την πρόοδο που θα έχει σημειωθεί στον τομέα αυτό.

Άρθρο 5

Η αρμόδια αρχή των κρατών μελών δημιουργεί ηλεκτρονική βάση δεδομένων, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 18 της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ.

Οι ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων πρέπει να είναι σε πλήρη λειτουργία το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1999 και θα περιλαμβάνουν, από την ημερομηνία αυτή, όλα τα απαιτούμενα δεδομένα σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία.

Άρθρο 6

1. Από την 1η Ιανουαρίου 1998, η αρμόδια αρχή εκδίδει διαβατήριο για κάθε ζώο το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί σύμφωνα με το άρθρο 4, εντός δεκατεσσάρων ημερών από την κοινοποίηση της γέννησής του ή, στην περίπτωση ζώων που εισάγονται από τρίτες χώρες, εντός δεκατεσσάρων ημερών από την κοινοποίηση της νέας αναγνώρισής του από το συγκεκριμένο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3. Η αρμόδια αρχή μπορεί να εκδώσει διαβατήριο για ζώο που προέρχεται από άλλο κράτος μέλος υπό τους ίδιους όρους. Στην περίπτωση αυτή, το διαβατήριο που συνοδεύει το ζώο κατά την άφιξή του παραδίδεται στην αρμόδια αρχή, η οποία το επιστρέφει στο κράτος μέλος έκδοσης.

Ωστόσο, κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους, η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφος 2, να καθορίσει τις περιστάσεις κατά τις οποίες μπορεί να παρατείνεται η μέγιστη προθεσμία.

2. Όταν ένα ζώο μετακινείται, συνοδεύεται από το διαβατήριό του.

3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 πρώτη περίοδος και από την παράγραφο 2, τα κράτη μέλη:

- που διαθέτουν ηλεκτρονική βάση δεδομένων η οποία, κατά την κρίση της Επιτροπής, είναι σε πλήρη λειτουργία σύμφωνα με το άρθρο 5, μπορούν να καθορίσουν ότι διαβατήριο εκδίδεται μόνον για τα ζώα που προορίζονται για το ενδοκοινοτικό εμπόριο και ότι αυτά τα ζώα συνοδεύονται από το διαβατήριό τους μόνον κατά τη μετακίνησή τους από το έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους προς το έδαφος άλλου κράτους μέλους· στην περίπτωση αυτή, το διαβατήριο περιέχει στοιχεία βασιζόμενα στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων.

Σ' αυτά τα κράτη μέλη, το διαβατήριο που συνοδεύει ένα ζώο κατά την εισαγωγή του από άλλο κράτος μέλος παραδίδεται κατά την άφιξή του στην αρμόδια αρχή,

- μπορούν, έως την 1η Ιανουαρίου 2000, να επιτρέπουν την χορήγηση συλλογικών διαβατηρίων για αγέλες ζώων που μετακινούνται εντός του κράτους μέλους, εφόσον αυτές οι αγέλες έχουν την ίδια καταγωγή και τον ίδιο προορισμό και συνοδεύονται από κτηνιατρικό πιστοποιητικό.

4. Σε περίπτωση θανάτου ενός ζώου, το διαβατήριο επιστρέφεται από τον κάτοχο στην αρμόδια αρχή εντός επτά ημερών το αργότερο από το θάνατο του ζώου. Εάν το ζώο αποσταλεί σε σφαγείο, ο διαχειριστής του σφαγείου είναι υπεύθυνος για την επιστροφή του διαβατηρίου στην αρμόδια αρχή.

5. Στην περίπτωση ζώων που εξάγονται προς τρίτη χώρα, το διαβατήριο επιστρέφεται στην αρμόδια αρχή από τον τελευταίο κάτοχο, στο σημείο εξαγωγής του ζώου.

Άρθρο 7

1. Κάθε κάτοχος ζώων, εκτός αν πρόκειται για μεταφορείς:

- τηρεί ενημερωμένο μητρώο,

- κοινοποιεί, από τη στιγμή που η ηλεκτρονική βάση δεδομένων είναι σε πλήρη λειτουργία στην αρμόδια αρχή, εντός προθεσμίας που καθορίζεται από το κράτος μέλος και έχει διάρκεια από τρεις έως επτά ημέρες, όλες τις μετακινήσεις προς και από την εκμετάλλευση, καθώς και όλες τις γεννήσεις και όλους τους θανάτους ζώων στην εκμετάλλευση, αναφέροντας τις σχετικές ημερομηνίες. Ωστόσο, κατόπιν αιτήσεως ενός κράτους μέλους, η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφος 2, να καθορίσει τις περιστάσεις κατά τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν τη μέγιστη προθεσμία και να προβλέψει τους ειδικούς κανόνες για τις μετακινήσεις βοοειδών που προορίζονται για βοσκή κατά το θέρος σε διάφορα ορεινά μέρη.

2. Κάθε κάτοχος συμπληρώνει, κατά περίπτωση, το διαβατήριο αμέσως μετά την άφιξη και πριν από την αναχώρηση κάθε ζώου από την εκμετάλλευση και εξασφαλίζει ότι το διαβατήριο συνοδεύει το ζώο σύμφωνα με το άρθρο 6.

3. Κάθε κάτοχος παρέχει στην αρμόδια αρχή, κατόπιν αιτήσεώς της, όλα τα στοιχεία σχετικά με την καταγωγή, την αναγνώριση και, ενδεχομένως, τον προορισμό των ζώων τα οποία του ανήκαν ή είχε στην κατοχή του, ή τα οποία είχε μεταφέρει, εμπορευθεί ή σφάξει.

4. Το μητρώο έχει μορφή εγκεκριμένη από την αρμόδια αρχή, τηρείται χειρογράφως ή ηλεκτρονικώς και η αρμόδια αρχή έχει ανά πάσα στιγμή πρόσβαση σ' αυτό, κατόπιν αιτήσεώς της, επί χρονικό διάστημα που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή και το οποίο δεν πρέπει να είναι μικρότερο των τριών ετών.

Άρθρο 8

Τα κράτη μέλη ορίζουν την αρχή που είναι επιφορτισμένη με τη μέριμνα τήρησης του παρόντος τίτλου. Κάθε κράτος μέλος γνωστοποιεί τα στοιχεία της εν λόγω αρχής στα λοιπά κράτη μέλη και στην Επιτροπή.

Άρθρο 9

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβαρύνουν τους κατόχους με τα έξοδα που προκύπτουν από τα συστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3 και από τους ελέγχους που προβλέπονται στον παρόντα τίτλο.

Άρθρο 10

Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος τίτλου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία διαχείρισης που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 2. Αυτά τα μέτρα καλύπτουν ιδίως :

α) τις διατάξεις που αφορούν τα ενώτια,

β) τις διατάξεις που αφορούν το διαβατήριο·

γ) τις διατάξεις που αφορούν το μητρώο·

δ) τους στοιχειώδεις διενεργητέους ελέγχους·

ε) την επιβολή διοικητικών κυρώσεων·

στ) τα μεταβατικά μέτρα που απαιτούνται για τη διευκόλυνση της εφαρμογής του παρόντος τίτλου.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

Επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας

Άρθρο 11

Οι επιχειρηματίες ή οι οργανώσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 12, οι οποίοι:

- υποχρεούνται, δυνάμει του τμήματος Ι του παρόντος τίτλου, να προβαίνουν σε επισήμανση του βοείου κρέατος σε όλα τα στάδια εμπορίας,

- επιθυμούν, δυνάμει του τμήματος ΙΙ του παρόντος τίτλου, να προβούν σε επισήμανση του βοείου κρέατος στο σημείο πώλησης κατά τρόπον ώστε να παρέχονται πληροφορίες επιπλέον εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 13 όσον αφορά ορισμένα χαρακτηριστικά ή συνθήκες παραγωγής του εν λόγω κρέατος ή του ζώου από το οποίο προέρχεται,

συμμορφώνονται με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου.

Ο παρών τίτλος εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των άλλων σχετικών κοινοτικών διατάξεων, όσον αφορά κυρίως το βόειο κρέας.

Άρθρο 12

Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

- "βόειο κρέας": όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 0201, 0202, 0206 10 95 και 0206 29 91,

- "επισήμανση": η τοποθέτηση ετικέτας σε τεμάχιο ή τεμάχια κρέατος χωριστά ή στο υλικό συσκευασίας τους ή, σε περίπτωση μη προσυσκευασμένων προϊόντων, η παροχή των ενδεδειγμένων γραπτών και ενδιάκριτων πληροφοριών στον καταναλωτή στο σημείο πώλησης,

- "οργάνωση": ομάδα επιχειρηματιών του ιδίου ή διαφορετικών τομέων εμπορίας του βοείου κρέατος.

ΤΜΗΜΑ Ι

Υποχρεωτικό κοινοτικό σύστημα επισήμανσης του βοείου κρέατος

Άρθρο 13

Γενικοί κανόνες

1. Οι επιχειρηματίες και οι οργανώσεις που εμπορεύονται βόειο κρέας στην Κοινότητα προβαίνουν στη επισήμανση του κρέατος σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Το υποχρεωτικό σύστημα επισήμανσης εξασφαλίζει τη σύνδεση μεταξύ, αφενός, της αναγνώρισης των σφαγίων, τεταρτημορίων ή τεμαχίων κρέατος και, αφετέρου, του μεμονωμένου ζώου ή, όταν αυτό αρκεί για τον έλεγχο της ακρίβειας των πληροφοριών που αναφέρονται στην ετικέτα, της οικείας ομάδας ζώων.

2. Η ετικέτα περιέχει τις ακόλουθες ενδείξεις:

α) αριθμό ή κωδικό αναφοράς που δηλώνει τη σχέση μεταξύ του κρέατος και του ζώου ή των ζώων. Ο αριθμός αυτός μπορεί να είναι αριθμός αναγνώρισης του ζώου από το οποίο προέρχεται το βόειο κρέας ή αριθμός αναγνώρισης ομάδας ζώων·

β) τον αριθμό έγκρισης του σφαγείου στο οποίο εσφάγη το ζώο ή η ομάδα ζώων, και το κράτος μέλος ή την τρίτη χώρα όπου ευρίσκεται το σφαγείο. Στην ένδειξη πρέπει να αναγράφεται: "Τόπος σφαγής (όνομα του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας) (αριθμός έγκρισης)"·

γ) τον αριθμό έγκρισης της μονάδας τεμαχισμού, στην οποία τεμαχίσθηκε το σφάγιο ή η ομάδα σφαγίων, και το κράτος μέλος ή την τρίτη χώρα όπου ευρίσκεται αυτή η μονάδα. Στην ένδειξη πρέπει να αναγράφεται: "Τόπος τεμαχισμού (όνομα του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας) (αριθμός έγκρισης)".

3. Ωστόσο, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001, τα κράτη μέλη των οποίων το αναφερόμενο στον τίτλο Ι σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών προβλέπει επαρκείς λεπτομέρειες μπορούν να αποφασίσουν την υποχρεωτική αναγραφή συμπληρωματικών πληροφοριών στην ετικέτα όσον αφορά το βόειο κρέας που προέρχεται από ζώα που έχουν γεννηθεί, εκτραφεί και σφαγεί στο έδαφός τους.

4. Το υποχρεωτικό σύστημα που προβλέπεται στην παράγραφο 3 δεν πρέπει να οδηγήσει σε αποδιοργάνωση των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών.

Οι λεπτομέρειες εφαρμογής που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη τα οποία επιθυμούν να προσφύγουν στην παράγραφο 3 πρέπει να εγκριθούν προηγουμένως από την Επιτροπή.

5. α) Από την 1η Ιανουαρίου 2002, οι επιχειρηματίες και οι οργανώσεις αναγράφουν στην ετικέτα και τις ακόλουθες ενδείξεις:

i) το κράτος μέλος ή την τρίτη χώρα γέννησης του ζώου·

ii) τα κράτη μέλη ή τις τρίτες χώρες όπου πραγματοποιήθηκε η πάχυνση·

iii) το κράτος μέλος ή την τρίτη χώρα όπου πραγματοποιήθηκε η σφαγή·

β) Ωστόσο, όταν το βόειο κρέας προέρχεται από ζώα που έχουν γεννηθεί, εκτραφεί και σφαγεί:

i) στο ίδιο κράτος μέλος, μπορεί να αναγράφεται η ένδειξη "Καταγωγή: (όνομα του κράτους μέλους)"

ii) στην ίδια τρίτη χώρα μπορεί να αναγράφεται η ένδειξη "Καταγωγή: (όνομα της τρίτης χώρας)".

Άρθρο 14

Παρεκκλίσεις από το υποχρεωτικό σύστημα επισήμανσης

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) και παράγραφος 5 στοιχείο α) σημεία i) και ii), οι επιχειρηματίες ή οι οργανώσεις παρασκευής κιμά βοείου κρέατος, αναγράφουν στην ετικέτα τις ενδείξεις "Παρασκευασθείς (όνομα του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας)" ανάλογα με τον τόπο παρασκευής του κιμά και "καταγωγή" όταν το σχετικό κράτος ή κράτη δεν συμπίπτουν με το κράτος παρασκευής.

Η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 5 στοιχείο α) σημείο iii) ισχύει για τον κιμά βοείου κρέατος από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Ωστόσο, αυτοί οι επιχειρηματίες ή οργανώσεις μπορούν να συμπληρώσουν την ετικέτα του κιμά βοείου κρέατος:

- με μία ή περισσότερες από τις ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 13 ή/και

- με την ημερομηνία παρασκευής του κιμά.

Βάσει της εμπειρίας που θα αποκτηθεί, και συναρτήσει των ενδεχόμενων αναγκών, μπορούν να θεσπιστούν παρsμφερείς διατάξεις για το τεμαχισμένο κρέας καθώς και για τα τρίμματα κρέατος, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφος 2.

Άρθρο 15

Υποχρεωτική επισήμανση για το βόειο κρέας από τρίτες χώρες

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 13, το βόειο κρέας που εισάγεται στην Κοινότητα, για το οποίο δεν είναι διαθέσιμες όλες οι πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 17 διαδικασία, φέρει επισήμανση με την ένδειξη: "Καταγωγή: Χώρα εκτός ΕΚ" και "Τόπος σφαγής: (όνομα της τρίτης χώρας)".

ΤΜΗΜΑ ΙΙ

Προαιρετικό σύστημα επισήμανσης

Άρθρο 16

Γενικοί κανόνες

1. Όσον αφορά τις ετικέτες που περιλαμβάνουν ενδείξεις επιπλέον εκείνων που προβλέπονται στο τμήμα Ι του παρόντος τίτλου, κάθε επιχειρηματίας ή οργάνωση υποβάλλει συγγραφή υποχρεώσεων, προς έγκριση, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο το εν λόγω βόειο κρέας παράγεται ή πωλείται. Η αρμόδια αρχή μπορεί επίσης να καταρτίσει συγγραφές υποχρεώσεων που θα χρησιμοποιηθούν στο οικείο κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι η χρησιμοποίησή τους δεν είναι υποχρεωτική.

Οι συγγραφές υποχρεώσεων του προαιρετικού συστήματος επισήμανσης αναφέρουν:

- τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στην ετικέτα,

- τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για να διασφαλιστεί η ακρίβεια αυτών των πληροφοριών,

- το εφαρμοζόμενο σύστημα ελέγχου σε όλα τα στάδια παραγωγής και εμπορίας, συμπεριλαμβανομένων των ελέγχων που πρέπει να διενεργούνται από ανεξάρτητο οργανισμό, αναγνωρισμένο από την αρμόδια αρχή ο οποίος ορίζεται από τον επιχειρηματία ή την οργάνωση. Οι οργανισμοί αυτοί πρέπει να πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο ευρωπαϊκό πρότυπο ΕΝ/45011,

- στην περίπτωση οργάνωσης, τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται κατά οποιονδήποτε μέλους δεν τηρεί την συγγραφή υποχρεώσεων.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι οι έλεγχοι που διενεργούνται από ανεξάρτητο οργανισμό μπορούν να αντικαθίστανται από ελέγχους που διενεργούνται από αρμόδια αρχή. Προς τον σκοπό αυτό, η αρμόδια αρχή πρέπει να έχει στη διάθεσή της το ειδικενμένο προσωπικό και τους πόρους που απαιτούνται για τη διενέργεια των απαιτούμενων ελέγχων.

Ο επιχειρηματίας ή η οργάνωση που χρησιμοποιεί το σύστημα επισήμανσης αναλαμβάνει τις δαπάνες των ελέγχων που προβλέπονται βάσει του παρόντος τμήματος.

2. Η έγκριση συγγραφής υποχρεώσεων προϋποθέτει την εγγύηση της αρμόδιας αρχής, η οποία παρέχεται βάσει ενδελεχούς εξέτασης των στοιχείων τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 1, της ορθής και αξιόπιστης λειτουργίας του προβλεπόμενου σιιστήματος επισήμανσης και, ιδιαιτέρως, του συστήματος ελέγχου. Η αρμόδια αρχή απορρίπτει κάθε συγγραφή υποχρεώσεων που δεν εξασφαλίζει τη δυνατότητα συσχετισμού μεταξύ, αφενός, της αναγνώρισης του σφαγίου, των τεταρτημορίων ή των τεμαχίων κρέατος και, αφετέρου, του μεμονωμένου ζώου, ή, όταν αυτό επαρκεί προκειμένου να ελεγχθεί η ακρίβεια των πληροφοριών της ετικέτας, των οικείων ζώων.

Απορρίπτονται επίσης οι συγγραφές υποχρεώσεων που προβλέπουν ετικέτες οι οποίες περιέχουν παραπλανητικές ή ασαφείς πληροφορίες.

3. Όταν το βόειο κρέας παράγεται ή/και πωλείται σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών εξετάζουν και εγκρίνουν τις υποβληθείσες συγγραφές υποχρεώσεων, εφόσον οι πληροφορίες που περιλαμβάνουν αφορούν δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στην επικράτειά τους. Στην περίπτωση αυτή, κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να αναγνωρίζει τις εγκρίσεις που χορηγούνται από κάθε άλλο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

Εάν, εντός προθεσμίας που καθορίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφος 2, αρχής γενομένης από την επομένη της ημέρας υποβολής της αίτησης, δεν έχει απορριφθεί ή δοθεί έγκριση, ή δεν έχουν ζητηθεί συμπληρωματικές πληροφορίες, θεωρείται ότι η συγγραφή υποχρεώσεων εγκρίνεται από την αρμόδια αρχή.

4. Όταν οι αρμόδιες αρχές όλων των ενδιαφερόμενων κρατών μελών εγκρίνουν την προτεινόμενη συγγραφή υποχρεώσεων, οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες ή οργανώσεις δικαιούνται να προβαίνουν σε επισήμανση του βοείου κρέατος, υπό την προϋπόθεση ότι η ετικέτα περιλαμβάνει το όνομα ή του λογότυπό τους.

5. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 έως 4, η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφος 2, δύναται να προβλέπει ταχεία ή απλουστευμένη διαδικασία έγκρισης σε ειδικές περιπτώσεις, ιδίως προκειμένου για βόειο κρέας σε μικρές συσκευασίες λιανικής πώλησης ή για τεμάχια βοείου κρέατος πρώτης ποιότητας σε χωριστές συσκευασίες, οι οποίες έχουν επισημανθεί σε κράτος μέλος σύμφωνα με εγκεκριμένη συγγραφή υποχρεώσεων και εισάγονται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, υπό του όρο ότι δεν προστίθενται άλλες πληροφορίες στην αρχική ετικέτα.

6. Ένα κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει ότι το όνομα μιας ή περισσότερων περιοχών του δεν μπορεί να χρησιμοποιείται, ιδίως όταν το όνομα μιας περιοχής:

- ενδέχεται να δημιουργήσει σύγχυση ή δυσκολίες ελέγχου,

- προορίζεται αποκλειστικά για βόεια κρέατα στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2081/92.

Σε περίπτωση άδειας, το όνομα της περιοχής συμπληρώνεται με το όνομα του κράτους μέλους.

7. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, και κυρίως σχετικά με τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις ετικέτες. Η Επιτροπή ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη στο πλαίσιο της διαχειριστικής επιτροπής βοείου κρέατος που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχείο β), και, ενδεχομένως, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφος 2, μπορούν να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες αυτές και, κυρίως, να επιβληθούν περιορισμοί.

Άρθρο 17

Προαιρετικό σύστημα επισήμανσης του βοείου κρέατος προέλευσης τρίτων χωρών

1. Όταν το βόειο κρέας παράγεται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, σε τρίτη χώρα, οι επιχειρηματίες και οι οργανώσεις δικαιούνται να προβούν στην επισήμανση του βοείου κρέατος σύμφωνα με το παρόν τμήμα μόνον εάν τηρούν τις διατάξεις του άρθρου 16 και, επιπλέου, έχουν λάβει έγκριση των συγγραφών υποχρεώσεών τους από την αρμόδια αρχή που έχει οριστεί προς τούτο από κάθε ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα.

2. Η ισχύς στην Κοινότητα έγκρισης που έχει χορηγηθεί από τρίτη χώρα προϋποθέτει την εκ μέρους της τρίτης χώρας προηγούμενη κοινοποίηση στηνΕπιτροπή:

- της αρμόδιας αρχής η οποία έχει οριστεί,

- των διαδικασιών και των κριτηρίων που πρέπει να τηρεί η αρμόδια αρχή κατά την εξέταση της συγγραφής υποχρεώσεων,

- κάθε επιχειρηματία ή οργάνωσης η συγγραφή υποχρεώσεων των οποίων έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή.

Η Επιτροπή διαβιβάζει τις κοινοποιήσεις αυτές στα κράτη μέλη.

Εφόσον, βάσει των ως άνω κοινοποιήσεων, η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι διαδικασίες ή/και τα κριτήρια που εφαρμόζονται σε μια τρίτη χώρα δεν είναι ισοδύναμα προς τα πρότυπα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, αποφασίζει, μετά από διαβουλεύσεις με την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα, ότι οι εγκρίσεις που χορηγούνται από αυτήν δεν ισχύουν στην Κοινότητα.

Άρθρο 18

Κυρώσεις

Με την επιφύλαξη τυχόν μέτρων τα οποία λαμβάνονται από την ίδια την οργάνωση ή από τον οργανισμό ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 16, όταν αποδεικνύεται ότι επιχειρηματίας ή οργάνωση δεν τηρεί τη συγγραφή υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 1, το κράτος μέλος μπορεί να αποσύρει την έγκριση που προβλέπεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2, ή να επιβάλει την τήρηση συμπληρωματικών όρων σε περίπτωση διατήρησης της έγκρισης.

ΤΜΗΜΑ ΙΙΙ

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 19

Λεπτομέρειες εφαρμογής

Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος τίτλου θεσπίζονται σύμφωνα με την διαδικασία διαχείρισης που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 2. Αυτά τα μέτρα αφορούν ιδίως:

α) τον καθορισμό του μεγέθους της ομάδας ζώων, που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο α)·

β) τον ορισμό των εννοιών "κιμάς βοείου κρέατος", "τρίμματα βοείου κρέατος" ή "τεμαχισμένο βόειο κρέας" που αναφέρονται στο άρθρο 14·

γ) τον καθορισμό ειδικών ενδείξεων που είναι δυνατόν να αναγράφονται στις ετικέτες·

δ) τα μέτρα που απαιτούνται για τη διευκόλυνση της μετάβασης από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 820/97 στην εφαρμογή του παρόντος τίτλου·

ε) τα μέτρα που απαιτούνται για τη επίλυση ειδικών πρακτικών προβλημάτων. Όταν αυτό δικαιολογείται, τα μέτρα αυτά είναι δυνατόν να παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις του παρόντος τίτλου.

Άρθρο 20

Ορισμός των αρμόδιων ρχών

Τα κράτη μέλη ορίζουν την αρμόδια αρχή ή αρχές που θα είναι υπεύθυνες για την εκτέλεση του παρόντος τίτλου, το αργότερο στις 14 Οκτωβρίου 2000.

Άρθρο 21

Το αργότερο στις 14 Αυγούστου 2003, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση και, ενδεχομένως, κατάλληλες προτάσεις όσον αφορά την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στα μεταποιημένα προϊόντα που περιέχουν βόειο κρέας και προϊόντα με βάση το βόειο κρέας.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

Κοινές διατάξεις

Άρθρο 22

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλιστεί η τήρηση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού. Οι προβλεπόμενοι έλεγχοι διενεργούνται με την επιφύλαξη των ελέγχων που μπορεί να διενεργεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95.

Κάθε κύρωση που επιβάλλεται σε έναν κάτοχο από το κράτoς μέλος είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα της παράβασης. Οι κυρώσεις μπορούν να περιλαμβάνουν, όταν αυτό αιτιολογείται, περιορισμό της μετακίνησης των ζώων προς ή από την εκμετάλλευση του συγκεκριμένου κατόχου.

2. Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής, από κοινού με τις αρμόδιες αρχές:

α) επαληθεύουν ότι τα κράτη μέλη συμμορφώνονται προς τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

β) διενεργούν επιτόπιους ελέγχους προκειμένου να βεβαιωθούν ότι οι έλεγχοι εκτελούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

3. Το κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου διενεργείται έλεγχος, παρέχει στους εμπειρογνώμονες της Επιτροπής κάθε βοήθεια που απαιτείται για την επιτέλεση των καθηκόντων τους.

Τα αποτελέσματα των διενεργουμένων ελέγχων πρέπει να εξετάζονται με την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους πριν συνταχθεί και κυκλοφορήσει τελική έκθεση.

4. Εάν η Επιτροπή θεωρήσει ότι αυτό δικαιολογείται από το αποτέλεσμα των ελέγχων, εξετάζει την κατάσταση στο πλαίσιο της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχείο γ). Εκδίδει τις αναγκαίες αποφάσεις σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφος 3.

5. Η Επιτροπή παρακολουθεί την εξέλιξη της κατάστασης. Με βάση την εξέλιξη αυτή και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφος 3, δύναται να τροποποιήσει ή ακυρώσει τις αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

6. Εφόσον κρίνεται αναγκαίο, θεσπίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφος 3.

Άρθρο 23

1. Η Επιτροπή επικουρείται:

α) για την εφαρμογή του άρθρου 10, από την επιτροπή του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, που αναφέρεται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1258/1999 του Συμβουλίου(18)·

β) για την εφαρμογή του άρθρου 19, από την επιτροπή διαχείρισης βοείου κρέατος που ιδρύθηκε με το άρθρο 42 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1254/1999 του Συμβουλίου(19)·

γ) για την εφαρμογή του άρθρου 22, από την μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή που ιδρύθηκε με την απόφαση 68/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου(20).

2. Στην περίπτωση που γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 4 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται σε έναν μήνα.

3. Στην περίπτωση που γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής.

Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, είναι τρεις μήνες.

4. Οι επιτροπές θεσπίζουν τον εσωτερικό κανονισμό τους.

Άρθρο 24

1. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 820/97 καταργείται.

2. Οι παραπομπές στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 820/97 θεωρείται ότι γίνονται στον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που εμφαίνεται στο παράρτημα.

Άρθρο 25

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Εφαρμόζεται στο βόειο κρέας που προέρχεται από ζώα με ημερομηνία σφαγής από 1ης Σεπτεμβρίου 2000.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 17 Ιουλίου 2000.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η Πρόεδρος

N. Fontaine

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. Glavany

(1) ΕΕ C 376 Ε της 28.12.1999, σ. 42.

(2) ΕΕ C 117 της 26.4.2000, σ. 47.

(3) ΕΕ C 226 της 8.8.2000, σ. 9.

(4) Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Απριλίου 2000 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα), κοινή θέση του Συμβουλίου της 6ης Ιουνίου 2000 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 6ης Ιουλίου 2000 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(5) ΕΕ L 117 της 7.5.1997, σ. 1.

(6) ΕΕ L 334 της 28.12.1999, σ. 1.

(7) ΕΕ L 224 της 18.8.1990, σ. 29· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 92/118/ΕΟΚ (ΕΕ L 62 της 15.3.1993, σ. 49).

(8) ΕΕ L 268 της 24.9.1991, σ. 56· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 96/43/ΕΚ (ΕΕ L 162 της 1.7.1996, σ. 1).

(9) ΕΕ L 144 της 2.6.1981, σ. 1· κανονισμός που καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 515/97 (ΕΕ L 82 της 22.3.1997, σ. 1).

(10) ΕΕ L 351 της 2.12.1989, σ. 34.

(11) ΕΕ L 355 της 5.12.1992, σ. 32· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 1994.

(12) ΕΕ L 109 της 25.4.1997, σ. 1.

(13) ΕΕ L 208 της 24.7.1992, σ. 1.

(14) ΕΕ L 312 της 23.12.1995, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1036/99 (ΕΕ L 127 της 21.5.1999, σ. 4).

(15) ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(16) ΕΕ L 355 της 5.12.1992, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1036/1999 (ΕΕ L 127 της 21.5.1999, σ. 4).

(17) ΕΕ αριθ. 121 της 29.7.1964, σ. 1997/64· οδηγία που ενημερώθηκε με την οδηγία 97/12/ΕΚ (ΕΕ L 109 της 25.4.1997, σ. 1) και τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 98/99/ΕΚ (ΕΕ L 358 της 31.12.1998, σ. 107).

(18) ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 103.

(19) ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 21.

(20) ΕΕ L 255 της 18.10.1968, σ. 23.